H Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διαβάζει Έλλη Αλεξίου

Η Λέσχη Ανάγνωσης συνεχίζει τις περιηγήσεις της στους συγγραφείς της γενιάς του ʼ30, προσεγγίζοντας αυτή τη φορά τη συγγραφέα Έλλη...
Πέμπτη, 07 Φεβρουάριος 2013 02:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Λέσχη Ανάγνωσης συνεχίζει τις περιηγήσεις της στους συγγραφείς της γενιάς του ʼ30, προσεγγίζοντας αυτή τη φορά τη συγγραφέα Έλλη Αλεξίου. Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε το 1884 στο Ηράκλειο της Κρήτης και πέθανε το 1988.Ας ξεκινήσουμε από τα ίδια τα λεγόμενά της:
«Γράφω όταν συναντώ μια αδικία, μια ανισότητα, μια εγκληματική συμπεριφορά. Γράφω, γιατί αν δεν καταγράψω τις αδικίες νομίζω πως γίνομαι συνένοχος του εγκληματία. Γράφω, γιατί δεν θέλω να πάσχω από ένα γεγονός, θέλω να το πω , να το βγάλω από πάνω μου».
Λέει πως δεν την κούρασε η ζωή, γιατί, ό,τι έκανε, ένιωθε πως βρισκόταν στα πλαίσια των καθηκόντων της.
«Μπορώ να πω όμως ότι το επάγγελμα του δασκάλου είναι το βαρύτερο. Ο ευσυνείδητος δάσκαλος από τις οκτώ, που θα μπει στη τάξη, είναι όρθιος και παλεύει με τα μάτια του, τα αυτιά του, τα χέρια του, με το μαθητή, με όλη τη τάξη. Όταν γύριζα σπίτι ένιωθα σωματικά, ψυχικά, πνευματικά εξαντλημένη. Αγάπησα τα παιδιά και μου πρόσφεραν την ευτυχία. Το μυστικό της ζωής είναι η αγάπη. Μου πρόσφεραν μια δυνατή χαρά στη ζωή μου».
«Αντιπαθώ τους ανθρώπους που διαρκώς κλαίγονται και παραπονιούνται. Μέσα μου υπάρχει μια δύναμη χαράς ανεξάντλητης, μια δύναμη αντιμετώπισης των πάντων με εύθυμο τρόπο, με κέφι, με γέλιο, με γλέντι. Να είναι του Κρητικού; Πάντως δεν δέχομαι πως μια αντιξοότητα στη ζωή πρέπει να δημιουργεί στον άνθρωπο το αξεπέραστο, το απελπισμένο. Ζω μέσα σε ένα διαρκές κέφι. Τώρα είμαι 90 χρονών. Είμαι κατενθουσιασμένη. Έχω μια καταπληκτική αισιοδοξία σε όλη μου τη ζωή ».
Τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης διαβάσαμε το βιβλίο της «Κατερειπωμένα Αρχοντικά». Γοητευτήκαμε από τη γραφή της. Το βιβλίο περιέχει 11 διηγήματα. Το κεντρικό πρόσωπο είναι μια γερόντισσα που διηγείται τις εμπειρίες  της ζωής της.                 
Ποια είναι τα Κατερειπωμένα Αρχοντικά; Είναι ψυχικά θησαυροφυλάκια. Άνθρωποι σημαντικοί, που γνώρισε η γερόντισσα στη ζωή της και που τώρα πια δεν υπάρχουν. Ρημαγμένα αρχοντικά, που από τα χαλάσματά τους ξεπρόβαλαν αχτίνες φωτός, συγγραφικά επιτεύγματα που φώτιζαν και συνεχίζουν να φωτίζουν τα μυαλά όσων τα γνωρίζουν μέσα από τα βιβλία τους. Ρημαγμένα από τον χάρο και τον έρωτα. Ρημαγμένα από τις αντιξοότητες της ζωής. Μαύρες ώρες και πολυδαίδαλες γέννησαν το αξιόλογο συγγραφικό τους έργο. Έτσι τους γνωρίζουν οι άλλοι. Η ίδια είχε την τύχη να περιδιαβεί και να συγκατοικήσει σε αυτά τα ανύπαρκτα τώρα αρχοντικά που τα φυλάει όμως στο μυαλό και στην ψυχή της.
Και το δικό της αρχοντικό; Μα πρέπει να συμφιλιωθεί με τη μοίρα της ροής των φυσικών στοιχείων. Όπως παλιώνει ένας εναπομείναντας ορθός τοίχος ερειπίου. Ένα εγκαταλειμμένο μονοπάτι που αντικαταστάθηκε με αυτοκινητόδρομο. Η μόνη της μέριμνα τώρα είναι να αδειάσει το σπίτι από τους αναξιοποίητους θησαυρούς, από αναμνηστικά και επιθυμίες που μείνανε μεσοστρατίς. Άλλες είναι οι έγνοιες των νιάτων και άλλες των γηρατειών. Όταν βρίσκεσαι στο ξεκίνημα της ζωής υπάρχουν προοπτικές. Είναι πολλά τα όνειρα ,αλλά πολλές και οι υποχρεώσεις. Κανένα σχέδιο δεν πραγματοποιείται όπως ακριβώς το θες. Η μία απογοήτευση ακολουθεί την άλλη. Μα όταν γερνάς δεν υπάρχουν προοπτικές. Σταματάνε τα σχέδια. Γλυκαίνουν οι μέρες. Κυλούν ήρεμες και γαλήνιες. Χωρίς επιθυμίες. Τα παλιά μονοπάτια δεν πρέπει να στενοχωριούνται που έχουν αρχίσει εδώ κι εκεί να χάνονται κάτω από την αδέσποτη κι ανεμπόδιστη φυσική βλάστηση. Γιατί η ζωή δεν κυλάει δυσβάσταχτη και είναι μεγάλη η τιμή όταν κάποιοι προτιμάνε το δικό σου εγκαταλελειμμένο μονοπάτι.
Τώρα αφήνει ανοιχτά τα παράθυρα των αισθήσεων της για να μπει στο αρχοντικό της ό,τι  έχει ακόμη η ζωή να της χαρίσει. Απολαμβάνει τη ζεστασιά που της χαρίζουν τα στρωσίδια της. Το αυγινό φως. Τον ήχο της βροχής, του ανέμου, των τραγουδιών από το δρόμο. Μελωδίες που την παρασύρουν να τις συνοδέψει. Το τραγούδι είναι μια καλή λύση για τους μοναχικούς ανθρώπους. Αυτά μπορεί να προσφέρει στον εαυτό της. Γιατί ξέρει πως τώρα δεν υπάρχει κανείς να σπαταληθεί γι αυτήν, όπως τότε που ήταν μικρή και η ύπαρξη της υποσχόταν την ανθοφορία της ζωής. Είναι ζήτημα οικονομίας της φύσης. Όπως την γιασεμιά της, που αφήνει τα χθεσινά ανθάκια της να πέσουν για να έχει δυνάμεις να κρατήσει γερά τα μπουμπούκια της.
Μικρή φοβόταν το θάνατο. Τώρα συμφιλιώθηκε μαζί του. Ίσως οι φόβοι αυτοί οι παιδικοί είναι δημιουργήματα της φύσης, που μας φροντίζει και περιφρουρεί τα νιάτα μας. Μας γεμίζει με ανύπαρκτους φόβους για να μας αναγκάσει να αυτοπροστατευτούμε.
Κι όμως η ζωή κάνει κύκλους. Περικλής Ξανθίππου-Ξάνθιππος Περικλέους. Τα κύτταρα του ανθρώπου δεν πεθαίνουν. Τα κληρονομούν τα παιδιά του, ή τα παιδιά των παιδιών τους. Όλα φυλάσσονται κι όλα ανασταίνονται. Καμιά φορά τα κύτταρα προτιμούν να ξυπνήσουν στην  τρίτη γενεά κι ατόφιος τότε φανερώνεται ο πρόγονος.   
Στέκεται μπροστά σε μια φωτογραφία πέντε αθώων παιδιών, που έκαναν τον κύκλο της ζωής τους. Ξέρει τι η ζωή θα επιφύλασσε για το κάθε παιδί. Νιώθει όπως οι Μεγάλοι Προφήτες. Ποια όμως η αξία μιας προφητείας, εφόσον όσα πρόκειται να επακολουθήσουν είναι η κοινή μοίρα των ανθρώπων;     
Αρρώστια, θάνατος, δόξα, ντροπή, προδοσία, αυτοκτονία, τρέλα, πλούτος, φτώχεια. Ποια η αξία μιας προφητείας όταν μπορεί να περιγράψει τα γεγονότα και τις αλλαγές που θα συμβούν στο βίο ενός ανθρώπου, ενώ της διαφεύγει το τι ακριβώς ζητάει μια ψυχή από τη ζωή και το πώς μπορεί να το έχει για να νιώσει πληρότητα;
Θεωρούσε τα βιβλία αγαθά πρώτης ανάγκης. Πολύτιμους θησαυρούς ψυχών που τις συναντούσε μέσα στις σελίδες τους. Επικοινωνούσε μαζί τους και απολάμβανε την πληρότητα που σου χαρίζει η επικοινωνία. Με τον « Τάφο» του Παλαμά μοιρολογούσε τα δύο παιδιά της. Με την «Παιδική ζωή» του Γκόργκι ανακουφιζόταν από την αίσθηση μιας συνανθρώπινης σκληρής μοναξιάς. Από το «Θάλαμος 6»του Τσέχωφ και από τη σύγκριση της απύθμενης εκεί μέσα απόγνωσης, αντλούσε δύναμη δική της. Και ένιωσε την απογύμνωση, όταν αποφάσισε να διώξει τις βιβλιοθήκες της από το στενάχωρο διαμέρισμά της, προς χάρη της άνεσης των κινήσεων της. Γιατί ένιωθε, πως τώρα που γέρασε, η ικανοποίηση του κορμιού αναπαύει τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Κι όμως και το συναίσθημα ζητάει αποκούμπι.
Είναι πολλές οι φορές που ο άνθρωπος στη ζωή του κρύβει τις συναισθηματικές του ανάγκες στα έγκατά του. Εκεί υπάρχουν και τρέφονται με θέρμη και στοργή, αλλά παραμένουν ανεκδήλωτες. Για να μην γίνουν λεία των ανίδεων και απληροφόρητων, των ανίκανων διείσδυσης σε παρόμοιες περιοχές. Οι κληρονόμοι του βρίσκουν στο συρτάρι του αντικείμενα που τους φαίνονται ασήμαντα, πολλές φορές μάλιστα ευτελή και πενιχρά.  Δεν στοχάζονται πως τα αντικείμενα αυτά υπήρξαν πολύτιμα για τον ιδιοκτήτη τους, γιατί ακριβώς αντανακλούσαν τις καλά φυλαγμένες ψυχικές του διαδικασίες.
Τώρα που γέρασε, η αντιπαροχή της  στη ζωή είναι η ευγνωμοσύνη, για  όσα αυτή της έδωσε, κι ας φαίνονται ασήμαντα στους άλλους. Μόνο αυτή ξέρει τι καταφύγιο υπήρξε για εκείνη ο κήπος της με τα φυτά του. Αθώα πλάσματα που τις παραστάθηκαν στοργικά στις δύσκολες ώρες της. Γεμάτα συμπαράσταση και στοργή, με βαθύτερη νόηση που στερούνται ανθρώπινα όντα.
Και είναι η ευγνωμοσύνη της μεγάλη για κάποια γεγονότα των οποίων οι θύμισες λειτουργούν τώρα γι αυτή ως «αναθρώσκοντα.» Θυμάται τη χαρά της από τις αποκτημένες γνώσεις . Θυμάται να περπατάει και να προχωρεί με βήμα νεανικό σαν με φτερά, αιωρούμενη στα ύψη και όχι στη γη βαδίζοντας. Με τον ίδιο τρόπο αναθυμάται τους ερωτικούς συντρόφους της. Μέσα της επιβιώνει η αίσθηση ενός ηδονικού χορτασμού που τον γέννησαν μόνο λέξεις . Λέξεις ειπωμένες στα πεταχτά. Φράσεις έντονα χρωματισμένες από τρυφερή διάθεση, παρουσίες που διώχνουν την απόγνωση και την ερήμωση.
Ευγνωμονεί τους ανθρώπους που υπήρξαν συμβουλάτορες, συμπαραστάτες, συνοδοιπόροι, συνάυπνοι στις ατέρμονες ώρες της νυχτερινής πανανθρώπινης μοναξιάς. Αλλά νιώθει την ανάγκη να πει «ευχαριστώ»  και στους άλλους που έζησαν  χρόνια πριν από αυτή. Όπως στον Φρειδερίκο Σοπέν που τον αναφέρει ως θεραπευτή των κρυφών ψυχικών αδιεξόδων και τραυμάτων. Ό ίδιος υπήρξε βασανισμένος και έφυγε αβοήθητος. Όμως με τα ιδρωμένα του δάχτυλα έσωζε άλλους, σώζει και θα σώζει. Η μουσική του εισχωρεί στα έγκατα του απελπισμένου, και αδιόρατα σε ανυπολόγιστο χρόνο, απλώνεται βαθμιαία αυγινό φως στα σκοτάδια.
Τον τρώει το γέρο η ερημιά. Μιλάει με τα δέντρα, με τα σύννεφα, με τους αποθαμένους του. Με αυτούς που απομένουνε δεν μπορείς να  κουβεντιάσεις, γιατί μιλούνε άλλη γλώσσα. Έτσι μιλάει με τη γάτα της. Βγάζει εκείνη κανένα γουργουρητό και μερώνει ο τόπος.
Αγαπά τη μαντζουράνα της, την αμπερόζα, το λεβαντίνι, τους βαρσάμους και όλα τα μυριστικά, γιατί κάνουν καλή συντροφιά με τη μοσχοβολιά τους. Τριγυρίζουνε κι αυτά ολημερίς κι ολονυχτίς μέσα στο σπίτι και με τη μοσχοβολιά τους τη συντροφεύουνε. Αυτό μόνο έχουνε να τις δώσουνε κι άλλο τίποτα…Μα κείνο το λίγο, το ελάχιστο, που σου δίνεται σε μια δύσκολη ώρα από καρδιάς, είναι το αξαγόραστο και το θαυματουργό! Να απλωθεί ένα χέρι να σου δώσει, σαν τι να σου δώσει…ένα τίποτε…Και έτσι καθώς τα ʼλεγε αυτά, θυμήθηκε κάτι που της είχε διηγηθεί η μάνα της. Εκείνη και ο άντρας της είχαν ανταλλάξει πικρά λόγια το πρωί. Το βράδυ βρέθηκαν σε ένα πανηγύρι. Όλοι γελούσαν και χόρευαν κι αυτή παράμερα, αμίλητη και ψυχοπονεμένη. Τότε την πλησίασε ο άντρας της και της έβαλε στη χούφτα ένα καρύδι που έσπασε, με πέντε έξι σταφίδες. Και εκείνη η στιγμή απόμεινε μέσα της άσβηστη. Ένα καρυδάκι και τρεις σταφιδούλες…γίνανε θεράπειο και φάρμακο. Και πενήντα χρόνια απόμεινε ζωντανή της γιατρειάς η καλοκάρδιση.

Για τη Λέσχη Ανάγνωσης  
Άννα Αγγελάκου
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ PLUS +
του Κυρ
Το κλίκ της ημέρας
του Κυρ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti