Η Ιωάννα στην Παναγία τη Γλυκοφιλούσα[1] (Πέτρα, Μυτιλήνη)

Το παραμυθοδιήγημα της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 16 Σεπτέμβριος 2022 14:08 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η Ιωάννα στην Παναγία τη Γλυκοφιλούσα[1] (Πέτρα, Μυτιλήνη)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η Ιωάννα. Ζούσε με την κόρη της, τη Μυρτώ, σε ένα χωριό της Μυτιλήνης. Είχε χάσει τον άντρα της σε ναυάγιο. Ήθελε να πάει στην Πέτρα Μυτιλήνης, στην Παναγία τη Γλυκοφιλούσα, για να προσκυνήσει τον Δεκαπενταύγουστο. Στο χωριό Πέτρα ζούσε μια παιδική φίλη της. Λογάριαζε να μείνει στο σπίτι της.

Έτσι, ένα πρωί, η Ιωάννα έντυσε τη Μυρτώ, κι ετοιμάστηκε να πάει στην Πέτρα. Ξεκίνησε αχάραγα με το κάρο της, για να προλάβει την ημέρα.

Η Μυρτώ τη ρώτησε: «Γιατί ντυθήκαμε με τα καλά μας ρούχα, μάνα; Πηγαίνουμε στη γιορτή της Παναγίας;» «Ναι, καλή μου. Κι έχουμε δρόμο μπροστά μας. Ξάπλωσε στο κάρο και βάλε το καπέλο σου να μη σε κάψει ο ήλιος». «Γιατί πάμε τόσο μακριά, μάνα; Έχεις ξαναπάει εκεί;» «Είχα τάξει να πάμε μαζί στην Παναγία τη Γλυκοφιλούσα, Μυρτώ… Δεν έχω ξαναπάει, αλλά μου περιέγραψε μια φίλη, που θα μας φιλοξενήσει, τον τόπο. Η εκκλησιά βρίσκεται στην κορυφή του βράχου της Πέτρας[2], που έχει ύψος σαράντα μέτρα. Έχει πολλά σκαλιά που οδηγούν εκεί ψηλά».           

Ύστερα η Ιωάννα έδωσε καμτσικιά του αλόγου να πάει πιο γρήγορα. Στη διαδρομή μάνα και κόρη σταμάτησαν δύο φορές, για να δροσιστούν, να φάνε και να ποτίσουν το άλογό τους. Έπρεπε να το ξεκουράζουν, για να αντέξει. Κατά το μεσημέρι, η ζέστη ήταν αφόρητη. Το ζωντανό κοντανάσαινε.

Έφτασαν στο χωριό Πέτρα το βράδυ. Πήγαν στη φίλη της Ιωάννας, τη Δέσποινα. Τις υποδέχτηκε και ετοίμασε να φάνε. Μετά έστρωσε σε ένα δωμάτιο για να κοιμηθούν. Είπε: «Το πρωί θα πάμε μαζί στην Παναγία τη Γλυκοφιλούσα. Θα σας ιστορήσω τους θρύλους των ντόπιων για την εικόνα». Εκείνες συμφώνησαν κι έπεσαν αποκαμωμένες για ύπνο.

Την άλλη μέρα ετοιμάστηκε οι τρεις τους να πάνε στην εκκλησιά. Καθώς προχωρούσαν, η μικρή ρώτησε τη Δέσποινα: «Θα μας πεις, τους θρύλους για την εικόνα;» «Για την Εικόνα της Παναγιάς, μικρή, υπάρχουν δύο θρύλοι. Ο πρώτος λέει ότι ένα καράβι Γαλαξιδιώτικο είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Πέτρας ανάμεσα στο μικρό νησί και τη στεριά. Ένα βράδυ Σαββάτου ο καπετάνιος κατέβηκε στο καμαράκι του, για να προσκυνήσει το Εικόνισμα της Παναγίας και να ανάψει το καντήλι. Το εικόνισμα έλειπε.  

Ρώτησε τους ναύτες: ‘‘Μήπως μπήκε κανείς στην καμπίνα μου και πήρε την εικόνα της Παναγιάς;’’ Οι ναύτες δεν ήξεραν τίποτα. Τότε ανέβηκε ο καπετάνιος στην κουβέρτα του καραβιού. Είδε ένα φως λαμπερό στην κορυφή του βράχου της Πέτρας. Βγαίνει ευθύς στη στεριά, σκαρφαλώνει στο βράχο και βρίσκει εκεί το Εικόνισμα. Το παίρνει και το ξαναφέρνει στο καράβι. Το ίδιο έγινε άλλες δυο βραδιές. Τότε κατάλαβε ο καπετάνιος πως η Παναγία ήθελε να μείνει στο βράχο της Πέτρας. Το είπε στους προεστούς του χωριού κι έκτισαν εκεί εκκλησάκι. Έβαλαν μέσα το θαυματουργό εικόνισμα της Γλυκοφιλούσας.

Ο δεύτερος θρύλος λέει πως, όταν οι εργάτες ήθελαν να χτίσουν την Εκκλησία[3], ένα περιστέρι φάνηκε ψηλά πάνω στο βράχο. Κρατούσε μεταξωτή κλωστή. Ξετύλιξε την κλωστή και με αυτή χάραξε τα θεμέλια της εκκλησιάς και του αυλόγυρου. Οι εργάτες έκτιζαν τον αυλότοιχο στην άκρη του απότομου βράχου. Φοβούνταν, γιατί πατούσαν όλοι πάνω σε κρεμαστές σκαλωσιές. Η δουλειά τους προχωρούσε αργά.

Το πρώτο βράδυ ο επιστάτης κρατούσε στο ένα χέρι το καραφάκι με το ρακί και στο άλλο το δίσκο με τα ποτήρια. Γύριζε τις σκαλωσιές και κερνούσε τους εργάτες. Άξαφνα παραπάτησε και γκρεμίστηκε. Τρόμαξαν όλοι και κοίταξαν κάτω. Περίμεναν να τον δουν νεκρό. Η Παναγία έκανε το θαύμα της, για να τους δώσει θάρρος. Σάστισαν, όταν τον είδαν όρθιο με το καραφάκι και το δίσκο στα χέρια. Φώναξε: ‘‘Μη φοβάσθε, η Χάρη Της μας βοηθάει’’. Ύστερα ανέβηκε στο βράχο και συνέχισε το κέρασμα».    

Η Μυρτώ ρώτησε: «Τόση δύναμη έχει η Παναγιά;» Η Δέσποινα είπε: «Φτάνει να την παρακαλέσεις με πίστη». «Πες μου, Δέσποινα, και για άλλα θαύματα».

Η γυναίκα είπε: «Λένε ότι παλαιά[4], επειδή  η εκκλησία είχε πλούτο, ληστές Τουρκαλβανοί όρμησαν στον περίβολο της. Πήραν με βία το κλειδί από τη μοναχή Μελάνη, που έμενε μόνη σε ένα κελί. Άρπαξαν ό,τι βρήκαν σε χρυσό, ασήμι και μετάξι.

Όταν ένας ληστής πήγε να βγάλει την ασημένια επένδυση της Εικόνας της Παναγίας του τέμπλου, σωριάστηκε παράλυτος. Η Παναγία δεν επέτρεψε να στον ληστή να βεβηλώσει την εικόνα της. Φοβήθηκαν τότε οι άλλοι ληστές. Πήραν τον παράλυτο σύντροφό τους, τα λάφυρα κι έφυγαν».

Σε λίγο οι δύο γυναίκες και το κορίτσι έφτασαν στο βράχο της Πέτρας. Είδαν την εκκλησιά στην κορφή και τους πιστούς να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Τις έπιασε δέος. Κάποιοι ανέβαιναν γονατιστοί, για να εκπληρώσουν τάματα που είχαν κάνει στην Παναγιά. Ακολούθησαν κι αυτές τους προσκυνητές. Έπρεπε να προσέχουν τα βήματά τους, γιατί ο κόσμος ήταν πολύς και τα ανηφορικά σκαλιά απότομα.

Σαν έφτασαν στην κορυφή, η λειτουργία είχε ξεκινήσει. Στάθηκαν έξω από την εκκλησιά και περίμεναν στη σειρά για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας. Όταν τελείωσε η λειτουργία ακολούθησε πανηγύρι, όπου οι δύο φίλες και το κορίτσι έκατσαν μέχρι αργά. Και ζήσανε αυτές καλά κι εμείς καλύτερα.   

Δήμητρα Μπουμποπούλου
          

[1] Πηγή: διαδίκτυο: www.1aegean.gr - Στην κορυφή του βράχου της Πέτρας ύψους σαράντα μέτρων, βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας, σε θέση οχυρή και απόρθητη. Κατά τους χρόνους της ηγεμονίας των Γατελούζων στη Μυτιλήνη ήταν μικρό φρούριο. Με την παρακμή του Βυζαντίου η Μυτιλήνη δέχεται επιθέσεις από Τούρκους, Ενετούς και Σαρακηνούς. Το 1355 το Βυζάντιο παραχωρεί τη Μυτιλήνη στους Γατελούζους, μια Γενοβέζικη οικογένεια. Οι Γατελούζοι τη διοικούν αποτελεσματικά για έναν αιώνα. Τότε χτίζεται το κάστρο της Μυτιλήνης που σώζεται μέχρι σήμερα. / Το φρούριο ήταν απρόσιτο από τις τρεις πλευρές λόγω του απόκρημνου βράχου. Μόνο από την ανατολική πλευρά μπορούσε κάποιος να σκαρφαλώσει μέχρι τα τείχη του οχυρού, μα κι εύκολα να αποκρουσθεί. / Εντός του φρουρίου υπήρχε εκκλησάκι της Παναγίας, πριν την κατάκτηση της Μυτιλήνης από τους Τούρκους το 1462. Το 1609 στη θέση του χτίστηκε μεγαλύτερη Εκκλησία με τέσσερα κελιά. Το 1840 με Σουλτανικό φιρμάνι, ξαναχτίστηκε από τα θεμέλια η εκκλησία στη σημερινή της μορφή. Κάτω από την εκκλησιά υπάρχει φυσική δεξαμενή, όπου μαζεύουν από τη στέγη της Εκκλησίας τα νερά της βροχής.
[2] Πηγή: www.romiosini.org.gr - Ο ναός της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας βρίσκεται σε θέση οχυρή και απόρθητη, που κατά τους χρόνους της ηγεμονίας των Γατελούζων στη Λέσβο ήταν μικρό φρούριο. Το φρούριο ήταν απρόσιτο από τις τρεις πλευρές λόγω του απόκρημνου βράχου και μόνο από την ανατολική μπορούσε κάποιος να αναρριχηθεί μέχρι τα τείχη του οχυρού, αλλά και εύκολα να αποκρουσθεί από τους αμυνόμενους. Υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη του φρουρίου κατά τους χρόνους εκείνους. Υπάρχει στον περίβολο του Ναού τεμάχιο φολιδωτού οικόσημου των Γατελούζων, ενδεικτικό του ενδιαφέροντος των τότε ηγεμόνων της Λέσβου για τη θέση, όπως και δικέφαλος αετός εντετοιχισμένος στη δυτική πλευρά του αυλότοιχου. / Εντός του φρουρίου υπήρχε εκκλησάκι της Παναγίας, πριν την κατάκτηση της Λέσβου από τους Τούρκους το 1462. Το 1609 στη θέση του χτίστηκε μεγάλη Εκκλησία με τέσσερα κελλιά. Στο κτίσιμο αυτής αναφέρεται ένας θρύλος. Από τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας του 1609 διατηρούνται, εκτός των άλλων, αργυρό θυμιατήριο του 1667 και αργυρό Άγιο Ποτήριο του 1742. Το 1840 δυνάμει Σουλτανικού φιρμανιού που σώζεται, ανακαινίσθηκε από τα θεμέλια η εκκλησιά στη σημερινή της μορφή. Κάτω από τον Ιερό Ναό υπάρχει φυσική δεξαμενή, όπου συλλέγονται από τη στέγη της Εκκλησίας τα ύδατα της βροχής. / Στις 12 Μαρτίου 1676 ο Γάλλος κουρσάρου Κρεβελλιέ εισέβαλλε στο νησί. Δεν πείραξε την εκκλησιά της Παναγίας και τις άλλες Εκκλησίες της Πέτρας.  Οι κουρσάροι λήστεψαν σπίτια και πήραν σκλάβους 500 κυρίως νέους και νέες. Τότε ερημώθηκε η Πέτρα. Άκμασε ξανά στο τέλος του 18ου αιώνα.
[3] Πηγή: διαδίκτυο: www.romiosini.org.gr -  Οι ντόπιοι ιστορούν ότι τα αφιερώματα των πιστών από τα παλαιά τα χρόνια ήταν πλούσια. Έλαμπε η εκκλησιά από χρυσό, αργυρό και πολύτιμους λίθους. Είχε ασημένια και χρυσά καντήλια, δισκοπότηρα, θυμιατήρια και εξαπτέρυγα.  
[4]  Πηγή: διαδίκτυο: www.romiosini.org.gr -  Το 1865.