Η γριά καμπούρα και το ξωτικό

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 25 Ιούνιος 2021 13:10 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η γριά καμπούρα και το ξωτικό

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό ζούσε μια γριά με μεγάλη καμπούρα. Ήτανε φτωχή. Στο δάσος έβγαινε να μαζέψει μανιτάρια και χόρτα να τα μαγειρέψει να γεμίσει την κοιλιά της. Έκοβε καρπούς από τα χαμηλά κλαδιά των δέντρων, γιατί είχε μαζέψει η κακομοίρα. Η καμπούρα τη δυσκόλευε. Τι δε θα δίνε η γριά να έδιωχνε την καμπούρα κι ας της έλειπαν τα νιάτα. «Αχ, αυτή η καμπούρα! Μου έχει φάει τη ζωή!» έλεγε.

Μια μέρα στο δάσος περπατούσε. Έψαχνε να βρει σαλιγκάρια, να τα μαγειρέψει με μυρωδικά. Είχε μαζί της ένα καλάθι με κρασί και ψωμί για να τρώει, να έχει δύναμη να προχωράει. Μπροστά της πετάγεται ένα ξωτικό. Ήτανε νηστικό. Είδε το καλάθι της γριάς. Γούρλωσε τα μάτια. «Γριούλα, τι έχεις στο πανέρι; Δώσε μου κάτι. Από το πρωί στο δάσος τριγυρνώ. Το στομάχι μου είναι αδειανό!» της είπε. Η γριά αποκρίθηκε: «Μόνο ψωμί έχω στο καλάθι. Ορίστε πάρτο όλο. Πεινάς φαίνεται. Έχω και κρασί, άσπρο πάτο».

Το ξωτικό τα πήρε. Είχε μεγάλη λαιμαργία. Το κρασί του άρεσε. Του ζέσταινε το κορμί. Μόλις έφαγε, είπε στη γριά: «Γριούλα έχεις καλή ψυχή. Πες μου τι χάρη θέλεις και θα γίνει. Γιατί όποιος παίρνει, πρέπει και να δίνει». Η γριά είπε: «Μια χάρη θέλω. Η καμπούρα με στενοχωρεί. Μου είναι βάρος». «Για αυτό σκας; Η καμπούρα σου θα σιάξει. Πρέπει να βοηθήσεις και συ κυρούλα. Θέλω να μου φέρεις φύλλα μαντζουράνας, δάφνης, πεύκου, λάδι και κερί μέλισσας. Θα φτιάξω μια θαματουργή κηραλοιφή. Θα την αλείψω στην πλάτη σου και θα γιάνεις. Θα περιμένω εδώ να μου φέρεις τα υλικά», είπε το ξωτικό.  

Η γριούλα δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, για να βρει τα μυρωδικά. Σαν τα βρήκε, τα έβαλε στο δισάκι της. Μετά πήγε να κόψει κλαδιά πεύκου. Έτσι καμπούρα που ήταν, δεν έφτανε. Πάρα πέρα ήταν ένα βοσκόπουλο. Του λέει: «Θα με βοηθήσεις; Δε φτάνω να κόψω τα κλαδιά». «Θα σε βοηθήσω, αν μου πεις ένα τραγούδι για τον ήλιο», λέει το βοσκόπουλο. «Άκουσε», του λέει η γριά:
«Ήλιε μου, εσύ, καμάρι μου, για κάνε μου τη χάρη
Πες μου τι βλέπεις κει ψηλά; Μη βλέπεις το φεγγάρι;
Εγώ φεγγάρι δε θωρώ, όμορφη κόρη μόνο
Να την αγγίξω δε μπορώ και μέρα νύχτα λιώνω
Θάλασσα είναι τα μάτια της, ρόδι είναι τα χείλη
Και τα χρυσά παλάτια της ποθούν εχθροί και φίλοι
Μα εκείνη δεν την μέλει για θησαυρούς και λίρες
Της αγάπης γυρεύει το μέλι, παρακαλάει τις μοίρες
 
Κι οι μοίρες έδωσαν ευχή νέο καλόψυχο να γνωρίσει
να κάνει σε άγιο προσευχή και ένα τάμα να του ορίσει
 
Τάζει τότε σαράντα κεριά, λιβάνι, μύρο, μαργαριτάρι
κι όλη τη νύχτα καρτερεί να της δώσει ο άγιος χάρη
 
Με την αυγή φάνηκε η χάρη,
όξω από την εκκλησιά η κόρη θωρεί
σε κόκκινο άτι καβαλάρη,
που ρούχα αρχοντικά φορεί
Ήλιε μου, του ουρανού καμάρι,
ρώτα το πρωινό φεγγάρι
Πήρε την κόρη το παλικάρι;»
 
Το βοσκόπουλο άκουσε το τραγούδι. Του άρεσε. Έκοψε ένα κλαδί πεύκου και το έδωσε στη γριά. Αυτή είπε: «Πρέπει να βρω κερί μέλισσας». «Να πας στο μοναστήρι. Το βοσκόπουλο της λέει: «Οι καλόγεροι ξέρουν από μελισσοκομική. Θα έχουν κερί μέλισσας».   

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε η γριά για το μοναστήρι. Όταν κόντευε να φτάσει, την έπιασε βροχή. Έγινε μούσκεμα. Κρύωνε. Προχώρησε, μέχρι που έφτασε στην πόρτα του μοναστηριού. Χτύπησε. Της άνοιξε ένας καλόγερος. Η γριά λιποθύμησε από την κούραση. Σαν συνήλθε, βρισκόταν σε ένα δωμάτιο ξάπλα σε ένα κρεβάτι με δυο κουβέρτες πάνω της.

Που πήγαινες με τη βροχή;» ακούει μια φωνή. Βλέπει ένα καλογεράκι σε ένα σκαμνί πλάι της. «Εδώ ερχόμουν. Ψάχνω κερί μέλισσας και λάδι. Έχετε;» Της λέει το καλογεράκι: «Θα σου δώσω, μα θέλω μια χάρη. Είμαι ο νέος μάγειρας του μοναστηριού. Δεν ξέρω να φτιάχνω πίτες. Θα με μάθεις, κυρούλα;» «Θα σε μάθω», του λέει η γριά.

Την άλλη μέρα το καλογεράκι οδήγησε τη γριά στην κουζίνα του μοναστηριού. Αυτή του έδειξε πώς να φτιάχνει τη ζύμη, πώς να ανοίγει φύλλο, πώς να στρώνει το φύλλο στο ταψί, να το λαδώνει, να αλατοπιπερώνει, να ζεματίζει τα χόρτα και να προσθέτει τα μυρωδικά. Το καλογεράκι κοιτούσε με προσοχή. Έβαλαν τις πίτες στο φούρνο. Σαν ψήθηκαν, μοσχοβόλησε ο τόπος.

«Θέλω να φτιάξω μόνος μου μια πίτα. Θα δοκιμάσεις να μου πεις τι πέτυχα. Κι εγώ θα σου δώσω αυτό που θες», είπε στη γριά το καλογεράκι. Έτσι κι έγινε. Το καλογεράκι ετοίμασε μια χορτόπιτα  με μεγάλη μαστοριά. Η γριά, σαν δοκίμασε, θαύμασε κι είπε: «Πέτυχες καλύτερα από εμένα». Το καλογεράκι της έδωσε κερί μέλισσας κι ένα μπουκάλι λάδι.

Το άλλο πρωί δρόμο πήρε, δρόμο άφησε η γριά να βρει το ξωτικό. Το βρήκε. Του έδωσε τα υλικά. Το ξωτικό έσμιξε τα υλικά για να φτιάξει την κηραλοιφή. Η γριά περίμενε. Μόλις την ετοίμασε, το ξωτικό, την άλειψε στην πλάτη της. Ψιθύρισε κάτι λόγια. «Θα σε κάνω περδίκι!» είπε. Η καμπούρα της γριάς ίσιωσε. Δεν πονούσε πια. Ένιωθε γερή.

«Σα να μου έδωσες δέκα χρόνια ζωή, καλό μου ξωτικό. Σε ευχαριστώ!» είπε η γριά. Γίνανε φίλοι από τότε. Τρώγανε και πίνανε μαζί. Ο ένας φρόντιζε τον άλλο. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου