Ο Γιάννης και η λαίμαργη γυναίκα

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 07 Μάιος 2021 17:24 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο Γιάννης και η λαίμαργη γυναίκα

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό ζούσε ο Γιάννης ο βοσκός. Ήθελε να παντρευτεί. Εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι παντρεύονταν με προξενιό. Έτσι η προξενήτρα του χωριού ορμήνεψε τους γονιούς του να τον παντρέψουν με μια κοπέλα νοικοκυρά και προκομμένη, τη Μαριγώ. 

Η Μαριγώ με τους δικούς της πήγαν στο σπίτι του Γιάννη, για να γίνει η γνωριμία και να προχωρήσει το προξενιό. Στους γονείς του Γιάννη  άρεσε η νύφη που είχε και κάποια προίκα. Αποφάσισαν να τους παντρέψουν. Στη νύφη και στο γαμπρό δεν έπεφτε λόγος. Κάνανε το γάμο και δέχονταν τον άνθρωπο που τους λάχαινε όπως ήταν. 

Μια Κυριακή έγιναν οι γάμοι του ζευγαριού με γλέντια και χαρές. Ύστερα ο Γιάννης πήρε τη γυναίκα του και πήγανε να μείνουν σε σπίτι κοντά στο μαντρί του βοσκού. 

Η Μαριγώ ήτανε νοικοκυρά κι αυτό φάνηκε από την πρώτη μέρα. Μα ήτανε και λαίμαργη. Όσο περνούσαν οι μέρες ο Γιάννης έβλεπε ότι η Μαριγώ έτρωγε πάρα πολύ φαΐ. Όσο δούλευε, τόσο άνοιγε η όρεξή της. 

Ο Γιάννης μια μέρα της είπε: «Μαριγώ, θα σε βλάψει το πολύ φαγητό». Εκείνη δεν του απάντησε και έκανε τα δικά της. Με τον καιρό άρχισε να ζητάει από το Γιάννη λούσα. Του έλεγε: «Άντρα μου, θέλω παλτό μάλλινο και χνουδωτό. Άντρα μου, θέλω καπέλο, γύρω-γύρω με το βέλο. Άντρα μου θέλω φουστάνι γύρω-γύρω με γαϊτάνι. Άντρα μου θέλω γοβάκια και χρυσά σκουλαρικάκια». Ο Γιάννης της έλεγε: «Μαριγώ πιάσε να κάνεις τις δουλειές. Κάθε πράγμα στον καιρό του». Μα εκείνη «αγρόν ηγόραζε». 

Ο Γιάννης κάποτε αγανάκτησε με τα καμώματα της γυναίκας του. Δεν πήγε στους γονιούς του να μιλήσει, γιατί θα του έλεγαν: «Την παντρεύτηκες και θα την δεχτείς όπως είναι». Πήγε σε έναν γέροντα βοσκό, τον Αναστάση, που είχε το κοπάδι του σε ένα μαντρί ψηλά στο βουνό. 

Ο μπάρμπα Αναστάσης τον καλοδέχτηκε: «Κάτσε, Γιάννη μου. Μπαϊλντισμένο σε βλέπω. Τι συμβαίνει;» Ο Γιάννης είπε: «Με παντρέψανε οι δικοί μου και με θέληση δική μου. Πήρα, όμως, μια γυναίκα που όλο τρώει για πέντε δέκα. Πρώτο βράδυ που την πήρα, έφαγε μια προβατίνα. Και τη δεύτερη βραδιά, προβατίνα με δυό αρνιά. Σαν να μην έφταναν αυτά, λούσα ζητάει, χρυσαφικά. Τα λόγια μου τα αψηφά κι από ορμήνια δεν αγροικά».

Ο μπάρμπα Αναστάσης χαμογέλασε και είπε: «Γιάννη, η Μαριγώ σου πήρε τον αέρα και δε σε υπολογίζει. Μα οι πιο παλαιοί από μένα ξέρεις τι λέγανε; ‘‘Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος’’». Ο Γιάννης είπε: «Θα χάσω τα συλλοϊκά μου με δαύτη. Λες το ξύλο να την συνεφέρει, γέροντα;» Ύστερα αποχαιρέτησε τον βοσκό κι έφυγε.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε ο Γιάννης κι έφτασε στο σπίτι του κατά το σούρουπο. Βρήκε τη Μαριγώ στο τραπέζι. Είχε φτιάξει ένα ταψί τυρόπιτα κι ετοιμαζότανε να φάει. Ο Γιάννης της λέει: «Γυναίκα, έλα στην κάμαρη που έχω κάτι να σου δώσω». Εκείνη νόμιζε ότι ο Γιάννης της έφερε κάποιο δώρο. Σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Πιάνει ο Γιάννης ένα ξύλο και την έστρωσε στο ξύλο. Έλεγε: «Να γυναίκα μου φουστάνι, γύρω-γύρω με γαϊτάνι. Να γυναίκα μου καπέλο γύρω - γύρω με το βέλο». 

Από κείνη την ημέρα η Μαριγώ έπαψε να είναι λαίμαργη και να μην υπολογίζει τον άντρα της. Κατάλαβε ότι τα καμώματά της δεν περνάνε κι άλλαξε συμπεριφορά. 

Μα ούτε εγώ ήμουνα εκεί, ούτε αλήθεια σας είπα, ούτε να με πιστέψετε. Γιατί ψέματα κι αλήθεια, έτσι είναι τα παραμύθια.  

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland