Οι δυο γριές και οι λυκοκάντζαροι

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Πέμπτη, 29 Απρίλιος 2021 17:06 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Οι δυο γριές και οι λυκοκάντζαροι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δύο γριές. Ήθελαν να πάνε να γεμίσουν τις βίκες τους με νερό στη βρύση του χωριού τους. Η βρύση ήταν μακριά από τα σπίτια τους. Ξεκίνησαν μαζί, μην τους συμβεί κάτι στο δρόμο. 

Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι έφτασαν στη βρύση. Εκεί είχε πλατάνια, συκιές και πουλάκια που κελαηδούσαν. Οι γριές γέμισαν τις βίκες τους. Έκατσαν να φάνε, για να κινήσουν μετά να φύγουν. «Έχω φέρει ψωμοτύρι», είπε η μια. «Εγώ λάδι, ελιές και κρασί για να ζεσταθούμε. Το τσούζει το κρύο. Άντε να φάμε και να πηγαίνουμε. Μη νυχτώσουμε», είπε η άλλη. Έτσι έφαγαν.

Μετά ζαλώθηκαν τις βίκες τους και ξεκίνησαν. Κουβαλούσαν το νερό και πρόσεχαν μην τους χυθεί. Δεν υπολόγισαν καλά και νυχτώθηκαν. Είχε φεγγάρι κι έβλεπαν στο σκοτάδι. Καθώς πήγαιναν, βλέπουν σε ένα αλώνι τους λυκοκάντζαρους. Είχαν στήσει χορό. «Χαθήκαμε!» λέει η μια. «Κοίτα τους πως χοροπηδάνε. Αν μας πιάσουν, γύρευε τι θα μας κάνουν. Θα μας φάνε ζωντανές», λέει η άλλη.

Οι λυκοκάντζαροι είδαν τις γριές. Πήγαν κοντά, τις βούτηξαν με το ζόρι για να πιαστούν κι αυτές στο χορό μαζί τους. «Περιμένετε», είπε η μια γριά. Έβγαλε το μπουκάλι με το κρασί και τους το έδωσε. Εκείνοι το ρούφηξαν όλο κι άρχισαν να τραγουδάνε: «Άντε, μην αργείτε, στο χορό πιαστείτε. Κουνηθείτε, λυγιστείτε. Δυνατά τραγούδι πείτε. Θα χορεύουμε στο αλώνι, μέχρι που θα ξημερώνει».
Τότε η μια γριά είπε στην άλλη: «Τούτοι έχουν σκοπό να μας ξεκάνουν στο χορό. Πως θα αντέξουμε γριές γυναίκες να χορεύουμε ως το πρωί;» Λέει η άλλη: «Σώπασε! Σκέφτηκα κάτι. Να γδυθούμε τσιτσίδι. Να πιαστούμε στο χορό. Τέτοιο θέαμα δε θα έχουν ξαναδεί οι λυκοκάντζαροι. Θα γελάσουμε με την ψυχή μας». «Τρελάθηκες; Θα παγώσουμε με το κρύο», λέει η πρώτη. «Δεν παγώνουμε. Με το χορό θα ζεσταθούμε. Άιντε γδύσου».

Το είπανε και το κάνανε οι γριές. Πέταξαν τα σκουτιά τους κι έμειναν τσιτσίδι. Ύστερα πιάστηκαν στο χορό με τους λυκοκάντζαρους. Κουνιόνταν, λυγιόνταν, κρέμονταν τα ψαχνά τους, ανεβοκατέβαιναν τα σουφρωμένα στήθια τους, φαίνονταν τα κοκαλιάρικα πόδια τους και τα ζαρωμένα μέλη τους. Οι λυκοκάντζαροι σάστισαν. Λέει ο ένας: «Τι πράματα είναι τούτα δω;» Ο άλλος τραγούδαγε:
«Πάνω ζάρες, κάτω ζάρες, άρες μάρες και τρομάρες
από πάνω μπιχλιμπίδια κι από κάτω αποκαΐδια,
πως κρεμάνε τα από αυτά τους, τι έρμη σούφρα τα κανιά τους
φτου στην τύχη μας απόψε, κατά τα χωράφια κόψε
τι μας έλαχε να ιδούμε, τέτοιο θέαμα δεν ξεχνούμε»,

Τότε οι λυκοκάντζαροι παράτησαν τις γριές να χορεύουν μόνες κι όπου φύγει-φύγει. Μόλις έφυγαν αυτοί, οι γριές ξεράθηκαν στα γέλια. 

Λέει η μία στην άλλη: «Τους είδες πως έτρεχαν; Δε θα μας λησμονήσουν ποτέ. Ντύσου τώρα να γυρίσουμε στο χωριό». Έτσι κι έγινε. Οι γριές φόρεσαν τα ρούχα τους, πήραν τις βίκες και τράβηξαν για το χωριό ολόχαρες, που διώξανε τους λυκοκάντζαρους. Κάθε χρόνο, τις γιορτινές μέρες,  θυμόνταν το χορό τους στο αλώνι και γελάγανε. Και ζήσανε αυτές καλά κι εμείς καλύτερα.

 Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland