Η γριά κι ο Μάρτης

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 08 Ιανουάριος 2021 10:10 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η γριά κι ο Μάρτης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά. Ζούσε σε ένα ορεινό χωριό. Έβοσκε τα γίδια της σε μια θέση που λεγόταν βάβω. Ήθελε να περάσει ο μήνας Μάρτης. Τον είχε άχτι. Ήταν ο πιο δύσκολος μήνας για τη βοσκή. Όταν οι μέρες ήταν ηλιόλουστες και ζεστές όλα πήγαιναν καλά. Μα, όταν έπιαναν τα κρύα κι οι παγωνιές του Μάρτη, η γριά γινόταν πυρ και μανία.
          
Μια μέρα εκεί που έβοσκε τα γίδια της συναντάει ένα γέρο-τσοπάνη.  Πήγαινε αυτός το κοπάδι του πιο ψηλά για να βρει χορτάρι. «Πως πάει πατριώτη;» τόνε ρωτάει η γριά. «Χαρά Θεού! Δε βλέπεις τι καιρό κάνει; Καλοκαιρία», της λέει αυτός. «Ο Μάρτης μας τρελαίνει. Όλο τσαλίμια κάνει. Η παγωνιά του, δεν αντέχεται»», λέει η γριά. «Δίκιο έχεις! της λέει ο τσοπάνης.
Εκείνη την ώρα περνάει από εκεί ένα παλικάρι όμορφο και λαμπερό σαν τον ήλιο. «Για σου κυρούλα! Θα μου δώσεις λίγο γάλα να πιω;» ρωτάει τη γριά. «Να σου δώσω, παιδί μου!» λέει αυτή. Αρμέγει μια κατσίκα και του δίνει ένα κιούπι γάλα. Το παλικάρι το πίνει. «Από ό,τι βλέπω τα κατσίκια σου έχουν μπόλικο γάλα», της λέει το παλικάρι. Η αλήθεια είναι, παιδί μου, ότι φέτος τον έβγαλα καλά το μήνα. Δε μου έκανε ζημιές ο καιρός. Έβγαζα τα ζώα μου κι όλες οι μέρες ήταν καλές. Είχε χορταράκι μπόλικο να βοσκήσουν».
Το παλικάρι λέει: «Θα πρέπει να ευχαριστείς το μήνα Μάρτη για τις μέρες τις ηλιόλουστες. Δεν έχεις παράπονο». Λέει η γριά: «Πάει τώρα, βγήκε ο μήνας ο παλουκοκαύτης. Ας πάει στο καλό. Απρίλης μπαίνει. Ο καλύτερος μήνας, παλικάρι μου. Όχι τα τερτίπια του Μάρτη που όποτε θέλει μας ζεσταίνει κι όποτε του έρθει μας γδέρνει από το κρύο».
Το παλικάρι – που ήταν ο μήνας Μάρτης - άφησε στη γριά το κιούπι. Προχώρησε παρακάτω στο μέρος που είχε αυτή το μαντρί για τα γίδια. Η γριά, πριν σουρουπώσει, μάζεψε τα  ζώα στο μαντρί. Ήταν ολόχαρη. Το έστησε στο χορό. Φώναζε δυνατά: «Τρεις μέρες μείνανε να βγει τούτος ο μήνας ο στραβός. Εγώ καλά την πέρασα. Εγώ τον Μάρτη αψηφώ κι ουδέ τον λογαριάζω. Τι να μου κάνει εμένα της γριάς που δε φοβάμαι τους καιρούς, μα ούτε και τους τρέμω. Να τα βολεύω μια χαρά και μόνη μου μπορώ».
          
Ο Μάρτης, που ήτανε κοντά, την άκουσε. Δυσαρεστήθηκε με το φέρσιμο και τα λόγια της γριάς. Αποφάσισε τις τελευταίες τρεις μέρες να κάνει κρύο τσουχτερό. Έτσι κι έκανε.
Την άλλη μέρα, που βγήκε η γριά με τα γίδια της, είχε πάρει μαζί της τη ρόκα και το αδράχτι της. Έλεγε ότι η μέρα θα βγει με ήλιο.  Κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα για να γνέσει. Έβαλε, όμως, ξαφνικά κρύο δυνατό. Έκανε παγωνιά. Η γριά πήρε την καρδάρα που είχε για το γάλα. Κίνησε να φύγει. Ο Μάρτης, με την παγωνιά του, κοκάλωσε τη γριά. Τα γίδια της τα έκανε λιθάρια. Για αυτό στη θέση αυτή, που έμεινε, βλέπει κανείς σήμερα ένα σωρό λιθάρια που μοιάζουν με γίδια. Στη μέση ένα μεγάλο λιθάρι φαίνεται σα γυναίκα, με την καρδάρα στο κεφάλι, με τη ρόκα και το αδράχτι της.
          
Ξέρετε και κάτι άλλο; Τις τρεις τελευταίες μέρες του Μάρτη τις λένε εκεί πέρα και Βάβες, που θα πει γριές. Μα ούτε εγώ ήμουν εκεί, ούτε αλήθεια σας είπα, ούτε να με πιστέψετε.

της Δήμητρας Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Κυρ
Το κλίκ της ημέρας
του Κυρ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti