Οι καλικάντζαροι της Ίμβρου

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Δευτέρα, 04 Ιανουάριος 2021 12:57 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Οι καλικάντζαροι της Ίμβρου

Παραμύθι, μύθι, μύθι, το κουκί και το ρεβίθι,
εμαλώνανε στη βρύση για ’να βούρλο, για ’να ψάρι για ’να πετροκαλαμάρι.

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό της Ίμβρου ζούσε ο Γιάννος. Ήτανε τσοπάνης. Είχε τη στάνη με τα γιδοπρόβατά του στο βουνό, πλάι στα κονάκια άλλων τσοπάνηδων. Πλησίαζε η γιορτή των Φώτων και ο Γιάννος ήθελε να πάει στην πολιτεία να πουλήσει τα σφαχτά του. Έτσι, θα έβγαζε λεφτά, για να κάνει τραπέζι για τη γιορτή του.

Ένα απόγευμα φόρτωσε τα σφαχτά στο κάρο του κι ετοιμάστηκε να πάει στην πολιτεία. Τόνε βλέπει ένας γέροντας και του λέει: «Για πού το έβαλες, Γιάννο;» «Πάω στην πόλη, γέροντα». «Γιατί δεν ξεκινάς το πρωί; Δεν ξέρεις ότι τα δωδεκάμερα βγαίνουν οι καλικάντζαροι κι αλωνίζουν το βουνό;» Ο Γιάννος λέει: «Πιστεύεις σε τέτοια πράματα, γέροντα; Οι αλαφροΐσκιωτοι τα λένε».

Ο γέροντας είπε: «Ο πατέρας μου έλεγε ότι τα δωδεκάμερα έρχονται στο βουνό οι καλικάντζαροι. Άμα βρουν άνθρωπο στο δρόμο τους, τον τυραννούνε. Τον σηκώνουν ψηλά, τον πετούν και τον ξαναρίχνουν χάμω στη γη από τα ψηλά τα μέρη. Κάποτε ένας τσοπάνης είχε σακατευτεί από τα καμώματα των καλικάντζαρων».

Ο Γιάννος ρώτησε: «Πως γλιτώνει κανείς από δαύτους;» Ο γέροντας του λέει: «Άμα κρατάς αναμμένο δαυλί, φοβούνται οι καλικάντζαροι και δεν σιμώνουν. Όποιος χτυπήσει καρκαντζέλι με το δαυλί, το μεταμορφώνει σε άνθρωπο. Κανένα δε θέλει να γίνει άνθρωπος. Τους αρέσει ο κάτω κόσμος και το σκοτάδι. Τη στάχτη από το τζάκι σου, μην την αφήνεις στις γωνιές τα δωδεκάμερα. Εκεί είναι που πιάνονται και γεννιούνται τα καλικαντζαρούδια». Ο Γιάννος λέει: «Σε ευχαριστώ, γέροντα». Λέει κι ο γέροντας: «Να πας στην ευχή του Χριστού και της Παναγίας».

Έτσι ο Γιάννος, αφού πήρε μαζί του δύο δαυλιά, ξεκίνησε με το κάρο του κι έφτασε στο ποτάμι. Ένα γεφύρι οδηγούσε στην απέναντι μεριά. Τα νερά του ποταμού είχαν φουσκώσει και έβρεχαν το πέρασμα. Ο Γιάννος κατέβηκε από το άλογό του, πλησίασε το γεφύρι, για να ιδεί πως θα το περάσει. Τότε τρία καλικαντζάρια πετάγονται πίσω από τις καλαμιές της όχθης. Ήταν κοντακιανά, κακομούτσουνα, στραβοπόδαρα, με μούρη μαύρη, μακριές ουρές, μυτερά αυτιά και μοχθηρή όψη. Περίμεναν κάνα περαστικό, για να τον τυραννήσουν. Μόλις είδαν τον Γιάννο, τον περικύκλωσαν. Άρχισαν να τραγουδάνε, να χορεύουν γύρω του και να λένε: «Δώσε μας νήμα, δώσε μας ξύλα, μη σε μπήξουμε στη λανάρα[1] και σε πάμε στο γιαλό, και σε φάνε τα ψάρια και τα καλαμάρια!» Ο Γιάννος τους λέει: «Δε έχω νήμα, ούτε ξύλα». Τα καλικαντζαρούδια λένε: «Δώσε μας ό,τι έχεις στο κάρο σου. Τι έχεις;»

Τότε ένα καλικαντζαρούδι τρέχει στο κάρο, σηκώνει το σκέπαστρο και βλέπει τα σφαχτά. Του τρέξανε τα σάλια. Λέει στα άλλα: «Εδώ έχει κατσικάκια. Θα τα πάμε στον Αρχικαλικάντζαρό μας να τα ψήσει». Ο Γιάννος τους λέει: «Ας τα ψήσουμε εδώ και τα πάτε». Τα καλικαντζαρούδια φώναξαν: «Ναι, ναι!».

Τρέχει ο Γιάννος στο κάρο και παίρνει ένα δαυλί. Ανάβει φωτιά και συνδαύλιζε τα ξύλα. Τα καλικαντζαρούδια φοβόντανε. Κρατιούνταν μακριά από τη φωτιά. Ο Γιάννος συλλογιότανε: «Πώς θα τα χτυπήσω; Είναι τρία κι εγώ μοναχός μου… Θα στείλω τα δύο να φέρουν ξύλα. Μετά θα χτυπήσω το ένα με το δαυλί, όπως με ορμήνεψε ο γέροντας. Για να ιδώ τι θα γίνει…».

Ο Γιάννος τους λέει: «Να πάτε να φέρετε ξύλα για τη θράκα[2]». Το ένα καλικαντζαρούδι λέει στα αδέρφια του: «Βιαστείτε! Θα μείνω εγώ εδώ» Τα άλλα δύο καλικαντζαρούδια τρέξανε στο λόγγο[3] να φέρουνε πουρνάρι και κλαδιά δέντρων για τη φωτιά.

Ο Γιάννος έβγαλε το φλασκί με το κρασί από το ταγάρι του. Λέει στο καλικαντζαρούδι: «Θέλεις κρασί;» Το καλικαντζαρούδι είπε: «Θέλω». Ο Γιάννος έβαλε κρασί σε ένα τάσι και του πρόσφερε. Εκείνο ήπιε και ξερογλειφότανε. Ο Γιάννος γέμιζε ολοένα το τάσι. Εκείνο το άδειαζε. Έγινε το καλικαντζαρούδι στουπί στο μεθύσι. Ζαλίστηκε... Παίρνει ο Γιάννος το δαυλί και του το κοπανά μία. Αυτό μεταμορφώθηκε σε αγόρι. Φώναζε, έσκουζε και χτυπιόταν, σαν ένιωσε ότι έγινε άνθρωπος. Ήθελε να γίνει όπως πριν.

Σε λίγο κατέφτασε το άλλο καλικαντζάρι με τα κλαδιά, γιατί άκουσε τις φωνές και τα σκουξίματα. Του σαβουρντά μία ο Γιάννος με το δαυλί, διαμιάς γίνεται κι εκείνο αγόρι. Μετά φτάνει το τρίτο καλικαντζάρι. Είχε την ίδια τύχη. Όλα μαζί χαλάγανε τον κόσμο από τις φωνές τους.

Ο Γιάννος τους λέει: «Βοηθήστε με να περάσω το κάρο απέναντι και θα σας κάνω όπως πριν». Εκείνα λένε: «Θα σε βοηθήσουμε, μα θα κρατήσεις το λόγο σου». Αυτός είπε: «Στο λόγο μου είμαι σπαθί!» Έτσι ο Γιάννος με τη βοήθεια των τριών αγοριών, πέρασε το κάρο του στην αντίπερα όχθη. Τα νερά του ποταμού είχαν ξεφουσκώσει και δεν σκέπαζαν πια το γεφύρι.

Σαν πέρασαν στην άλλη μεριά ο Γιάννος λέει στα τρία αγόρια: «Ανεβείτε στο κάρο. Θα πάμε στην πολιτεία να πουλήσουμε τα σφαχτά μου. Στο γυρισμό, θα πάμε στο καλύβι μιας γριάς στρίγγλας. Αυτή φτιάχνει μαντζούνια μαγικά. Θα μας βοηθήσει». Εκείνα ανέβηκαν και ξεκίνησαν παρέα.

Πήγανε όλοι μαζί στην πόλη, στο παζάρι. Τα τρία αγόρια διαλαλούσαν την πραμάτεια του Γιάννου και ξεπούλησαν όλα τα σφαχτά. Ο Γιάννος τους λέει: «Σαν φτάσουμε στο καλύβι της στρίγγλας, θα μπω πρώτος μέσα. Θα την καλοπιάσω και θα της ζητήσω να σας δεχτεί. Εμπρός, πηδάτε πάνω στο κάρο και φεύγουμε». Έτσι κι έκαναν.

Σαν έφτασαν έξω από το καλύβι της στρίγγλας, είχε σουρουπώσει. Πλησίασε ο Γιάννος στο παραθύρι κι είδε τη στρίγγλα πλάι στο τζάκι. Είχε ανάψει φωτιά κι έβραζε νερό σε ένα καζάνι. Στρίγγλιζε και γελούσε σαν τρελή. Είχε συντροφιά της ένα κοράκι. Ο Γιάννος άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Αυτή σάστισε. Κανείς δεν έμπαινε στο καλύβι της στρίγγλας. Όλοι τη φοβόντανε.

Λέει αυτή στο Γιάννο: «Καλώς το ψώνιο μου, καλώς το φαγητό μου!» Αυτός της είπε: «Δεν είμαι το φαγητό σου. Θέλω να μου κάνεις μια δουλειά». Η στρίγγλα, σαν είδε ότι ο Γιάννος δε φοβότανε, τον ρωτάει: «Τι δουλειά θες να σου κάμω ομορφονιέ;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Έξω στο κάρο μου έχω τρία αγόρια. Πρώτα ήτανε καλικάντζαροι… Με ένα αναμμένο δαυλί τους μεταμόρφωσα σε ανθρώπους. Θέλω να τους κάνεις όπως πριν».

Η στρίγγλα λέει: «Δύσκολα ζητάς. Αν μου δώσεις πέντε φλουριά και κοιμηθείς ένα βράδυ στο πλάι μου, τότε θα το κάνω». Ο Γιάννος είπε: «Να κοιμηθώ μαζί σου; Κι αν με βλάψεις τη νύχτα;» Η στρίγγλα λέει: «Δε θα αγγίξω ούτε τρίχα σου». Τότε ο Γιάννης δέχτηκε. Έκανε νόημα στα αγόρια να μπουν στο καλύβι.
Σαν μπήκανε μέσα εκείνα, έκατσαν σε μια γωνιά και δεν έβγαζαν μιλιά. Ο Γιάννος τους ιστόρησε τι συμφώνησε με τη στρίγγλα. Τους λέει: «Τη νύχτα θα κοιμόσαστε με βάρδιες. Θα προσέχετε τι κάνει η μάγισσα. Μη μας βρει κάνα κακό». Τα αγόρια λένε: «Έγνοια σου!» Φύλαξαν όλο το βράδυ με τη σειρά. Η στρίγγλα δε σάλεψε, ούτε πείραξε κανέναν. Κοιμότανε βαθιά και ροχάλιζε.

Το πρωί η στρίγγλα λέει στα τρία αγόρια: «Θέλω τρεις τούφες από τα μαλλιά σας, τρεις σταγόνες αίμα από τα δάχτυλά σας, τρεις σταλαγματιές από τον ιδρώτα σας και τρεις φτυσιές από το σάλιο σας, για να φτιάξω το ξόρκι». Εκείνα έδωσαν ό,τι τους ζήτησε.  Η στρίγγλα έριξε μέσα στο καζάνι με το βραστό νερό τα δοσίματα. Μετά είπε: «Με αίμα, ιδρώτα, τούφες και σάλια, με ξόρκια, φτερά νυχτερίδας, και βατράχων ποδάρια, σας κάνω πάλι καλικαντζάρια».

Διαμιάς τα αγόρια μεταμορφώθηκαν σε κακομούτσουνα καλικαντζάρια. Χοροπηδούσαν κι έσκουζαν από τη χαρά τους. Η μάγισσα είπε: «Ξεχάσατε ότι ξημερώνει η γιορτή των Φώτων; Ξεκουμπιστείτε! Να γυρίσετε στον κάτω κόσμο πριν τον αγιασμό, αλλιώς θα γίνετε κουτσούρια». Μετά η μάγισσα στρίγγλισε και το κοράκι της αναφουφουλιάστηκε από το φόβο του.

Τα καλικαντζάρια θύμωσαν, γιατί δεν είχαν προλάβει να κάνουν ζημιές στα σπίτια… Δε φάγανε μελομακάρονα, κουραμπιέδες, ούτε τηγανίτες… Δεν ήπιανε, δε μαγαρίσανε τα σπίτια, δε σκορπίσανε τις στάχτες ένα γύρω, ούτε πειράξανε τις κοπέλες. Μα σαν άκουσαν για τον αγιασμό, σκιάχτηκαν. Έλεγαν συναμεταξύ τους: «Φύγετε να φύγουμε, μη μας φτάσει ο πάπαδος, με την ξίγκλα[4] στο λαιμό και με τη χαρχατζούκα[5] του». Έτσι, τα καλικαντζάρια γίνανε άφαντα, πριν λαλήσει ο πετεινός.

Ο Γιάννος έδωσε πέντε φλουριά στη στρίγγλα και τράβηξε κατά το κάρο του. Ανέβηκε στο άλογο και πήρε το δρόμο του γυρισμού για το χωριό του. Με τα λεφτά, που έβγαλε από τα σφαχτά, θα έκανε γλέντι τρανό για τη γιορτή του την άλλη μέρα. Έτσι κι έγινε… Και πέρασε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.
 
________________________________________
[1]Λανάρα/λανάρι= οδοντωτό εργαλείο, το χρησιμοποιούν για να ξαίνουν το μαλλί ή το βαμβάκι πριν το κλώσιμο.
[2] Σωρός από αναμμένα κάρβουνα, που προορίζονται για ψήσιμο φαγητού.
[3]Περιοχή του βουνού που έχει πυκνή  βλάστηση  από  θαμνώδη φυτά όπως πουρνάρια, κουμαριές. Η πυκνότητα της βλάστησης είναι μεγάλη και είναι αδύνατη το πέρασμα μέσα από αυτήν την περιοχή.
[4] πετραχήλι
[5] φωτιστήρα

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti