Η άρρωστη κόρη και το στοιχειό

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 20 Νοέμβριος 2020 11:31 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η άρρωστη κόρη και το στοιχειό

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια άρρωστη κόρη, η Αρετή. Ζούσε σε ένα χωριό, σε ένα νησί, με τον αδερφό της. Είχε μια σπάνια αρρώστια. Σιγά-σιγά λιγόστευε το φως της. Γιατρός δε μπορούσε να τη βοηθήσει. Μα η Αρετή ήθελε με κάθε τρόπο να γίνει καλά.
Μια μέρα είπε στον αδερφό της.: Θα πάω στη σοφή γριά του χωριού. Θα με ορμηνέψει τι να κάνω για να μη χάσω τελείως το φως μου». «Να πας αδερφή μου», της λέει αυτός. «Εγώ θέλω να έχεις την υγειά σου. Πάρε από το κατώι λάδι να τη φιλέψεις».
 
Έτσι έκανε η Αρετή. Φορτώθηκε το λάδι και δρόμο πήρε, δρόμο άφησε πήγε στο σπίτι της σοφής γριάς. Της άνοιξε η γριά και τη ρώτησε: «Τι θες να σε χαρώ;» «Θέλω να βρω γιατρειά για τα μάτια μου», λέει η Αρετή. «Το φως μου  λιγοστεύει όσο περνά ο καιρός». Θα πας κατά το μοναστήρι. Εκεί πλάι σε μια καρυδιά φανερώνεται κάπου-κάπου το στοιχειό του τόπου. Όσοι το έχουνε δει λένε ότι ήταν καλό σημάδι για αυτούς. Έγιναν καλά από ό,τι υπέφεραν». «Θα πάω», είπε η Αρετή. «Να πας. Μα πρόσεξε μην αποκοιμηθείς και δεν το δεις».  
 
Η Αρετή έδωσε στη γριά το λάδι. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για το μοναστήρι. Σαν έφτασε κοντά, συναντά ένα καλογεράκι που είχε φορτώσει στο μουλάρι του ξύλα. «Που πας;» τη ρώτησε. «Θέλω να δω το στοιχειό», του είπε. «Το στοιχειό βγαίνει απόψε τα μεσάνυχτα. Περπατάει γύρω από τη μονή λίγη ώρα. Μετά χάνεται. Έλα στο μοναστήρι να σου δώσω δύο λαμπάδες. Θα βγεις έξω από την αυλή του μοναστηριού. Θα τις κάψεις όλο το βράδυ. Έτσι θα το δεις να περιφέρεται. Είναι σα ζώο, μικρότερο από πρόβατο και παρδαλό».
 
Η Αρετή ακολούθησε τον καλογεράκι. Πήγαν στο μοναστήρι. Πήρε τις λαμπάδες. Προσκύνησε την εικόνα της Παναγιάς. Άφησε τάμα στη Μεγαλόχαρη ένα ασημένιο σταυρουδάκι της μάνας της. Έφαγε ψωμί που της πρόσφερε το καλογεράκι. Μετά βγήκε έξω. Άναψε τις λαμπάδες. Περίμενε. Την πήρε ο ύπνος κάτω από ένα δέντρο. Γύρω στα μεσάνυχτα ξύπνησε από έναν ήχο. Είδε τότε να στέκεται πλάι της ένα μικρό ζούδι σαν αρνάκι πιτσιλωτό. Πήγε να το αγγίξει. Αυτό μίλησε με ανθρώπινη λαλιά. Της είπε: «Η Παναγιά θα γιατρέψει τα μάτια σου. Οι άνθρωποι έρχονται εδώ, γιατί λένε ότι είμαι καλότυχο και τους βοηθάω. Μα η Παναγιά κάνει το θαύμα της. Αν δεν προσκυνούσες την εικόνα της, δε θα με έβλεπες σήμερα. Της ζήτησες με πίστη να σε κάνει καλά. Κι αυτή σε άκουσε», είπε το ζούδι και χάθηκε.
 
Η Αρετή κατάλαβε ότι το ζούδι έλεγε αλήθεια. Μετά ένιωσε την όρασή της να καλυτερεύει, γιατί πριν ίσα που έβλεπε στα σκοτάδια. «Παναγιά μου, σε ευχαριστώ», είπε. Μπήκε στο μοναστήρι. Κοιμήθηκε στην αυλή. Το πρωί πήγε στη λειτουργία. Μετά δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για το χωριό της.
 
Σαν έφτασε διηγήθηκε στον αδερφό της όλα όσα έγιναν. Είχε θεραπευτεί. Από τότε κάθε χρόνο τέτοια μέρα πήγαινε στο μοναστήρι. Προσευχόταν. Τα μεσάνυχτα περίμενε να δει το μικρό πιτσιλωτό ζωάκι. Κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.
Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ PLUS +
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος