Η πλύστρα και οι νεράιδες στο λουτρό

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 13 Νοέμβριος 2020 12:45 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η πλύστρα και οι νεράιδες στο λουτρό

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πλύστρα, η Μαρία. Ζούσε στην Αθήνα. Ήθελε να πιάσει δουλειά στα λουτρά που πήγαιναν οι Αθηναίοι και πλένονταν.         

Μια μέρα η Μαρία πήγε στο σπίτι μιας λουτράρισσας. Χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε εκείνη και είπε: «Καλωσόρισες Μαρία! Πέρασε μέσα». Η Μαρία της λέει: «Θέλω να δουλέψω στα λουτρά».  Η λουτράρισσα είπε: «Θα το πω στο αφεντικό μου. Μα δεν είναι εύκολη δουλειά. Πολλές φορές οι λουτράρηδες και οι λουτράρισσες νιώθουμε κομμάρες κι αδυναμία. Κάποιοι λένε ότι είναι από κούραση. Μερικοί αλαφροΐσκιωτοι λένε ότι στα λουτρά φαίνονται νεράιδες αργά το βράδυ. Αν δε βρουν τα λουτρά καθαρά, μας δέρνουν ελαφρά, χωρίς να το καταλάβουμε, για αυτό νιώθουμε κούραση».      «Δίνετε σημασία στα λόγια των αλαφροΐσκιωτων;» ρώτησε η Μαρία.  «Εμείς, που δουλεύουμε στο λουτρό, κάθε βράδυ το πλένουμε πολύ καθαρά. Μετά ανοίγουμε τις βρύσες, γιομίζουμε τις γούρνες νερό και τις ξανακλείνουμε. Αφήνουμε στη μεγαλύτερη γούρνα τρία τάσια για να λουστούν οι νεράιδες. Έλα αύριο στο λουτρό. Το αφεντικό θα θέλει να σε δει για να τα συμφωνήσετε». «Καλά, θα έρθω!» λέει η Μαρία κι έφυγε.

Το άλλο πρωί η Μαρία πήγε στα λουτρά. Η λουτράρισσα την πήγε στο αφεντικό. «Εσύ είσαι που θες δουλειά;» ρώτησε το αφεντικό. «Ναι! Με λένε Μαρία. Ήμουνα χρόνια πλύστρα σε ένα αρχοντικό. Είμαι μαθημένη στη δουλειά». Αυτός της λέει: «Φαίνεσαι έξυπνη και γερή κοπέλα. Θα σε πάρω. Θα πληρώνεσαι κάθε δεκαπέντε μέρες».

Η λουτράρισσα είπε στη Μαρία ότι πρέπει να είναι ευγενική με τους λουόμενους. Την ορμήνεψε να μη μένει αργά το βράδυ εκεί από το φόβο των νεραϊδών. Η Μαρία έκανε ό,τι της είπε. Πέρασαν μέρες. Ένα βράδυ ένιωσε κούραση. Σκέφτηκε να πάρει κι αυτή το λουτρό της. Το αφεντικό το επέτρεπε, αρκεί ήταν όλα καθαρά το πρωί.

Σαν έφυγαν όλοι, η Μαρία μπήκε στο νερό. Πλύθηκε, σαπουνίστηκε κι άρχισε να ξεπλένεται. Ξαφνικά τρεις νεράιδες φάνηκαν στο λουτρό. Θύμωσαν που είδαν τη Μαρία εκεί. Της είπαν: «Τα λουτρά είναι δικά μας ετούτη την ώρα. Αν δε μας φέρεις τρία σαπούνια λεβάντας, τρία ροδόνερα και τρεις κοραλλένιες χτένες, μην ξαναέρθεις εδώ. Θα σε βρει κακό. Σου δίνουμε διορία τρεις μέρες». Ύστερα έβγαλαν τη Μαρία από το λουτρό. «Πήγαινε!» της είπαν.

Η Μαρία δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για το σπίτι μια θειας της. Αυτή έγνεθε μέχρι αργά τη νύχτα. Της χτύπησε την πόρτα: «Θεια εγώ είμαι, άνοιξε», της είπε. «Τέτοια ώρα τι θες;» ρώτησε η θεία της. «Το και το, έγινε… Δεν ξέρω τι να κάνω», της λέει η Μαρία. «Θα πας αύριο χαράματα στο δάσος. Μάζεψε λεβάντα. Θα σου φτιάξω σαπούνια. Μετά θα πας στη δουλειά σου κι ύστερα πάλι εδώ, της λέει η θεια της». Έτσι κι έκανε η Μαρία. Η θεία της έφτιαξε τα σαπούνια.

Μετά της είπε: «Θα πάρεις το κλαδευτήρι. Στη γειτονιά υπάρχουν αγριοτριανταφυλλιές. Θα κόψεις τα άνθη τους, για να φτιάξω το ροδόνερο». Έτσι κι έκανε η Μαρία. Πήρε το κλαδευτήρι. Βρήκε αγριοτριανταφυλλιές. Σαν πήγε να κόψει τα τριαντάφυλλα, ένας νάνος φάνηκε. «Δε θα τα κόψεις!» της λέει. «Γιατί;» ρώτησε η Μαρία. «Οι αγριοτριανταφυλλιές είναι σπίτι μου. Αν το χαλάσεις, που θα μείνω;» Η Μαρία παρατήρησε το νάνο καλά. Της φάνηκε αγαθός και ήρεμος.

Του είπε: «Θα έρθεις να μείνεις στις τριανταφυλλιές της αυλής μου». Ο νάνος συμφώνησε. Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν για το σπίτι της. Σαν έφτασαν η Μαρία του λέει: «Θα πας το καλάθι με τα τριαντάφυλλα στο σπίτι της θειας μου απέναντι. Χτύπα, άφησέ το στο κατώφλι και φύγε. Έχω φρούτα στο τραπέζι να φας. Πρέπει να φύγω για τα λουτρά».

Το βράδυ η Μαρία γύρισε σπίτι της. Ήταν στενοχωρημένη. Ο νάνος τη ρώτησε: «Τι έχεις;» «Πρέπει να βρω τρεις κοραλλένιες χτένες μέχρι αύριο το βράδυ. Δεν ξέρω που να ψάξω. Ρώτησα παντού. Μα κανείς δεν ξέρει που πουλάνε χτένες από κοράλλι», είπε η Μαρία. Ο νάνος της λέει:  «Υπάρχει μια παραλία, που βγαίνουν τρεις γοργόνες το δειλινό… Αυτές έχουν κοραλλένιες χτένες». «Θα με πας;» τον ρωτάει η Μαρία. «Θα σε πάω!» της απαντάει ο νάνος.

Το άλλο πρωί η Μαρία είπε στο αφεντικό της: «Πρέπει να λείψω από τη δουλειά. Αρρώστησε η θεία μου. Θέλω να την φροντίσω». Της λέει αυτός: «Πήγαινε κι αύριο το πρωί θα είσαι εδώ».

Η Μαρία πήρε από τη θεία της ένα καλαθάκι με τα σαπούνια και τα ροδόνερα. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε με το νάνο κι έφτασαν στην παραλία. Της λέει ο νάνος: «Οι γοργόνες αφήνουν τις χτένες τους στα βράχια, όταν κολυμπούν. Θα τις πάρουμε και όπου φύγει-φύγει».

Έτσι κι έγινε. Το δειλινό οι γοργόνες φάνηκαν στην ακρογιαλιά. Χτενίστηκαν κι άφησαν τις χτένες σε ένα βράχο. Βούτηξαν στη θάλασσα. Ο νάνος έτρεξε, πήρε τις χτένες κι έγινε άφαντος. Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν με τη Μαρία για τα λουτρά. Έφτασαν αργά το βράδυ. Οι νεράιδες περίμεναν.

«Σας έφερα ό,τι ζητήσατε», τους είπε η Μαρία. Τους έδωσε το καλαθάκι  με τα σαπούνια, τα ροδόνερα και τις χτένες. Οι νεράιδες ευχαριστήθηκαν και είπαν: «Θα σε αφήσουμε ήσυχη να κάνεις τη δουλειά σου. Αν θες, μπορείς να κάνεις το λουτρό σου στη μικρή γούρνα… Εμείς δε θα σε πειράξουμε ξανά».

Έτσι κι έγινε. Η Μαρία συνέχισε να κάνει τη λουτράρισσα. Οι νεράιδες δεν την ξαναενόχλησαν. Άρχισε από τότε να ακούει αυτά που της έλεγε η θεια της και να είναι πιο προσεκτική. Κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti