Το παιδί και ο φιλομαθής νέος

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 23 Οκτώβριος 2020 13:07 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Το παιδί και ο φιλομαθής νέος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φιλομαθής νέος. Του άρεσε να μελετάει και να γράφει. Ήταν μοναχικός. Ήθελε να μεταδίδει τις γνώσεις του σε όσους διψούσαν για μάθηση. Ζούσε σε μια πολιτεία σε ένα σπίτι με αυλή και πολλά λουλούδια.

Ο νέος ήταν ευγενικός, καλόκαρδος, ευαίσθητος. Πολλοί χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού του, για να του ζητήσουν συμβουλές. Αγαπούσε τα παιδιά.

Μια μέρα ένα παιδί μπήκε στην αυλή του. Του λέει: «Να καθίσω κοντά σου;» «Κάθισε!» απάντησε ο νέος. Το παιδί είπε: «Θέλω να φτάσω στην πιο ψηλή κορυφή του βουνού, να δω τον κόσμο. Αλλάζει ο κόσμος, όταν τον βλέπει κανείς από ψηλά;» Ο νέος απάντησε: «Αυτό θα μου το πεις εσύ, σαν πας και μετά γυρίσεις. Ό,τι συναντήσεις στο δρόμο και σου αρέσει κράτησέ το στο νου σου. Ό,τι δε σου αρέσει προσπέρασέ το, χωρίς να κοιτάξεις πίσω. Αυτή είναι η συμβουλή μου. Θα σε αφήσω στο δρόμο που οδηγεί ψηλά στο βουνό. Όταν γυρίσεις, θα μου πεις τι είδες, τι άκουσες, τι έμαθες».  

Το άλλο πρωί το παιδί κι ο φιλομαθής νέος ξεκίνησαν. Ο νέος το άφησε στην αρχή ενός μονοπατιού κι έφυγε. Το παιδί δρόμο πήρε, δρόμο άφησε κι έφτασε σε ένα λιβάδι με πεταλούδες. Μια πεταλούδα του μίλησε με ανθρώπινη λαλιά: «Οι πεταλούδες είναι ψυχές. Πετάνε ελεύθερες όπου θέλουν. Για αυτό είναι ολόχαρες. Να έχεις πάντα την ψυχή σου ελεύθερη, αν θες να είσαι ευτυχισμένος».

Το παιδί το κράτησε στο νου του. Ύστερα συνέχισε το δρόμο του. Μόλις βράδιασε έφτασε σε μια σπηλιά. Μπήκε μέσα, για να μην κρυώνει. Μπροστά του φάνηκε μια αράχνη, που ύφαινε τον ιστό της. Λέει στο παιδί: «Ποιος είσαι; Όποιος πιαστεί στον ιστό μου, δεν ξεφεύγει. Χρειάζεται δύναμη ψυχής για να τον σπάσει κανείς. Έλα κοντά μου».  Το παιδί δεν πήγε. Έτρεξε προς την έξοδο της σπηλιάς, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Βγήκε έξω, περπατούσε μέσα στη νύχτα. Κρύωνε το παιδί, μα δε φοβόταν. Σταμάτησε κι άναψε φωτιά. Τότε ένας λύκος φάνηκε μπροστά του. Είπε στο παιδί: «Δε θέλω να σου κάνω κακό. Αλλά πεινάω!».  Το παιδί έβγαλε από το ταγάρι του ένα κομμάτι παστό. Έδωσε στο λύκο. Ο λύκος έφαγε και χόρτασε. Μετά ρώτησε το παιδί: «Τι να κάνω για σένα;» Εκείνο αποκρίθηκε: «Θέλω να με πας στην κορυφή του βουνού». Ο λύκος του λέει: «Ανέβα στη ράχη μου». Το παιδί ανέβηκε.

Ο λύκος ξεκίνησε. Μετά από ώρα έφτασαν στην κορυφή του βουνού. Ο λύκος άφησε το παιδί. Πριν φύγει του είπε: «Κάποιες φορές οι λύκοι είναι καλύτεροι από τους ανθρώπους. Να το θυμάσαι αυτό». Το παιδί κοιμήθηκε αποκαμωμένο. Όταν ξύπνησε, είχε αρχίσει να χαράζει. Μπορούσε πια να αγναντέψει τον κόσμο από ψηλά. Είδε την Ανατολή του ήλιου. Σκέφτηκε: «Είναι ωραίο να φωτίζεις αδιάκοπα τον κόσμο». Θυμήθηκε το νέο, που μελετούσε για να φωτίζει τους ανθρώπους. Είχε έρθει η ώρα του γυρισμού.

Δρόμο πήρε δρόμο άφησε το παιδί κι έφτασε σε ένα χωριό. Χτύπησε την πόρτα ενός σπιτιού. Του άνοιξε ένας άντρας. «Μπορώ να ξαποστάσω εδώ;» ρώτησε το παιδί.  «Πέρασε μέσα. Θα βάλλω να φάμε. Μετά θα κοιμηθούμε», είπε ο σπιτονοικοκύρης, που ήταν άνθρωπος κακός. Το προηγούμενο βράδυ είχε κλέψει χρυσά φλουριά από τον άρχοντα του χωριού. Όταν το παιδί έπεσε να κοιμηθεί, αυτός έβαλε το πουγκί με τα μισά φλουριά στην τσέπη του παιδιού. Τα άλλα τα φύλαξε σε κρυφό μέρος. Το πρωί θα γινόταν έρευνα στα σπίτια για να βρεθούν τα φλουριά. Έτσι το παιδί θα φαινόταν ένοχο για την κλεψιά. Κανείς δε θα υποψιαζόταν τον σπιτονοικοκύρη.

Το άλλο πρωί, πριν φύγει το παιδί, ένας υπηρέτης του άρχοντα χτύπησε την πόρτα στο σπίτι του κακού ανθρώπου και είπε: «Με έστειλαν να βρω ένα πουγκί με φλουριά που έκλεψαν χτες από τον άρχοντα του τόπου!» Έψαξε και βρήκε το πουγκί στα ρούχα του παιδιού. Αυτό είχε μείνει άφωνο. Ο υπηρέτης πήρε το παιδί μαζί του και το πήγε στον άρχοντα. Αυτός ρώτησε το παιδί: «Γιατί έκλεψες τα φλουριά;» Το παιδί αποκρίθηκε: «Χτες το γιόμα ήρθα στο χωριό. Δεν είμαι κλέφτης. Ούτε πήρα εγώ τα φλουριά». Ο άρχοντας είπε: «Το πουγκί βρέθηκε πάνω σου. Πρέπει να τιμωρηθείς».

Ύστερα, δυο άνθρωποι του άρχοντα πήγαν το παιδί στην πλατεία του χωριού. Του έδωσαν είκοσι δυνατά χτυπήματα με μια βέργα. Το παράτησαν εκεί ντροπιασμένο για ώρες. Κανένας δεν τόλμησε να το βοηθήσει. Ο άρχοντας το είχε απαγορεύσει. Μόλις συνήλθε το παιδί, έκατσε κάτω από ένα δέντρο. Είπε: «Ο κόσμος είναι άδικος». Έπειτα σηκώθηκε κι έφυγε από εκείνο το μέρος.

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και σε τρία μερόνυχτα έφτασε στην πολιτεία. Πήγε στο σπίτι του φιλομαθή νέου. Τον βρήκε να μελετάει. «Καλωσόρισες! Έλα να φας, να πιεις, να μου πεις τι έκανες», είπε ο νέος. Το παιδί κάθισε, έφαγε και ήπιε. Μετά είπε: Θα σου πω τι είδα, τι άκουσα, τι έμαθα. Είδα τον κόσμο από ψηλά. Είδα την ανατολή του ήλιου. Θυμήθηκα το φως που υπάρχει στην ψυχή μας. Άκουσα έναν λύκο να συμβουλεύει καλύτερα από άνθρωπο. Τον έκανα φίλο μου. Έμαθα ότι κάποιοι άνθρωποι δεν κάνουν το καλό. Είδα ότι υπάρχει αδικία στον κόσμο. Τα φλουριά μετράνε πιο πολύ από την αλήθεια, τη συγχώρεση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Κατάλαβα ότι πρέπει να έχουμε πάντα τα μάτια της ψυχής μας ανοιχτά και να συνεχίζουμε το δρόμο μας».

Ο νέος χαμογέλασε κι είπε: «Ο κόσμος, από όπου κι αν τον δει κανείς, μοιάζει διαφορετικός, αλλά είναι πάντοτε ο ίδιος. Οι άνθρωποι είναι ίδιοι παντού. Για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει πρώτα να αλλάξουμε εμείς μέσα μας. Αυτό δε γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Θέλει κόπο, προσπάθεια, καλή προαίρεση και πίστη». Ύστερα ο φιλομαθής νέος αγκάλιασε το παιδί. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Σπανός Γεώργιος