Η χορταρού και το λιόκουρνο

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 02 Οκτώβριος 2020 12:16 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η χορταρού και το λιόκουρνο

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν η χορταρού. Ζούσε σε ένα χωριό της Μάνης. Την έλεγαν έτσι, γιατί μάζευε χόρτα και τα πουλούσε. Ήθελε να βρει το «λιόκουρνο». Έτσι έλεγαν το άγριο φίδι που έχει ένα κέρατο στο κεφάλι του. Είχε ακούσει από τη βάβω της ότι όποιος έβρισκε το κέρατο μπορούσε να γιατρεύει τους άλλους από τη δαγκωματιά του φιδιού.

Μια μέρα πήγε στο σπίτι μια γριάς για να της πουλήσει χόρτα. Η γριά την έμπασε μέσα. «Κυρούλα, να σε ρωτήσω κάτι;» λέει η χορταρού. «Ό,τι θες, παιδάκι μου!» είπε η γριά. «Ξέρεις που θα βρω το λιόκουρνο; Έχασα το αδερφάκι μου από δάγκωμα φιδιού. Το έταξα στην ψυχή του να βρω το κέρατο του φιδιού». «Θα σου πω, κόρη μου. Το άγριο φίδι ζει όπου υπάρχει νερό. Στο ποτάμι βγαίνει για να δροσίζεται. Το κέρατο πέφτει μόνο του από το κεφάλι του, όταν έρθει ο καιρός του». «Πότε είναι ο καιρός του, κυρούλα;» ρώτησε η χορταρού. «Σε λίγες μέρες που μπαίνει ο Μάρτης», είπε η γριά.

Η χορταρού άφησε τα χόρτα στη γριά κι έφυγε. Αποφάσισε να πάει στο ποτάμι στο έμπα του Μάρτη. Την πρώτη του μήνα ξεκίνησε με το γαϊδούρι της για το ποτάμι. Πήρε μαζί της ψωμί και κρασί για το κρύο. Εκεί που προχωρούσε είδε ένα πληγωμένο περιστέρι. Της μίλησε με ανθρώπινη λαλιά και είπε: «Βοήθησέ με!».

Η χορταρού πήρε το περιστέρι στα χέρια της. Του καθάρισε την πληγή με το κρασί. Του έδεσε το φτερό. Το πήρε μαζί της. Παρακάτω βλέπει μια αλεπού. Της λέει: «Που πας;» «Να βρω το άγριο φίδι» αποκρίνεται η χορταρού. «Θα σε πάω εγώ, αν μου δώσεις το περιστέρι». «Δε γίνεται!» είπε η χορταρού.

Η αλεπού δάγκασε το πόδι του γαϊδάρου κι αυτός τινάχτηκε. Η χορταρού παραλίγο να πέσει από τη ράχη του. Ήταν σίγουρη πως η αλεπού θα επιτεθεί ξανά.  Άφησε στο σαμάρι το περιστέρι. Κατέβηκε από το γάιδαρο και πήρε πέτρες. Η αλεπού πήγε να δαγκώσει τη χορταρού. Η κοπέλα την πετροβόλησε. Η αλεπού φοβήθηκε κι έφυγε. Το περιστέρι είπε: «Το καλό που μου έκανες, δεν το ξεχνώ. Πάλι με φύλαξες».

Η χορταρού προχώρησε κι έφτασε στο ποτάμι. Ήπιε νερό. Έδωσε ψωμί στο περιστέρι. Εκείνο έβγαλε ένα φτερό από την ουρά του. Είπε στη χορταρού: «Φύλαξε το φτερό. Αν βρεθείς σε μεγάλο κίνδυνο, φύσα το τρεις φορές».

Η χορταρού το έβαλε στον κόρφο της. Προχώρησε κατά μήκος του ποταμού. Ξαφνικά βλέπει τρία φίδια να σούρνονται προς το ποτάμι. Στάθηκε μακριά. Το λιόκουρνο πήγαινε μπροστά. Τα άλλα φίδια το ακολουθούσαν. Μόλις έφτασαν στο ποτάμι το λιόκουρνο έτριψε το κεφάλι του στα χαλίκια στις όχθες. Έπεσε στο νερό. Η χορταρού περίμενε. Σαν έφυγαν τα φίδια, πήγε εκεί που βούτηξε το λιόκουρνο. Είδε στο καθάριο νερό το κέρατο. Το πήρε. Βγήκε από το ποτάμι και βλέπει πίσω της μια αρκούδα έτοιμη να της χιμήξει. Θυμήθηκε το φτερό του περιστεριού. Το φύσηξε. Πολλά περιστέρια φάνηκαν. Πέταξαν όλα κατά πάνω στην αρκούδα. Αυτή ξαφνιάστηκε κι άρχισε να τρέχει προς το δάσος.  

Η χορταρού γύρισε στο ζωντανό της. Το περιστέρι ήταν ζωηρό. Είχε γιάνει. Του ξέδεσε τη φτερούγα. Του είπε: «Είσαι καλά! Το φτερό σου μου έσωσε τη ζωή». «Ήξερα ότι θα σου χρειαστεί», της είπε αυτό. Μετά πέταξε στον ουρανό.

Η χορταρού γύρισε στο χωριό. Με το κέρατο από το λιόκουρνο γιάτρευε όσους δάγκωναν τα φίδια. Έτσι εκπλήρωσε το τάξιμο που έκανε στην ψυχή του αδερφού της. Κι έζησε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Σπανός Γεώργιος