Τα Τριποτάματα

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 12 Ιούνιος 2020 14:53 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Τα Τριποτάματα

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό ζούσε ένας τρελός. Δεν είχε σπίτι. Γύριζε τα σπίτια των φτωχών ανθρώπων. Έμενε όπου τον δέχονταν. Τα παιδιά τον έπαιρναν στο κατόπι, του πετούσαν πέτρες, τον περιγελούσαν. Δεν άντεχε αυτή τη ζωή.  Ήθελε να γιάνει από την τρέλα.

Μια μέρα αποφάσισε να φύγει από το χωριό, για να βρει τη γιατρειά του. Δρόμο πήρε δρόμο άφησε κι έφτασε σε άλλο χωριό. Χτύπησε μια πόρτα. Του άνοιξε ένας γέρος. «Τι ζητάς;» τον ρώτησε. «Ένα κομμάτι ψωμί, μπάρμπα», είπε ο τρελός. Ο γέρος τον κοίταξε. Ήταν αδύνατος, κουρελής, βρώμικος, αχτένιστος, ασουλούπωτος.

«Τι χάλια είναι αυτά;» τον ρώτησε. Ο τρελός είπε: «Τα μυαλά μου δεν είναι καλά». Ο γέρος είπε: «Θες να γίνεις καλά;» «Ποιος στραβός δε θέλει το φως του;» λέει ο τρελός. «Να πας στα Τριποτάματα», είπε ο γέρος. «Γέροντα κουζουλάθηκες; Τι μου τσαμπουνάς;» «Τα Τριποτάματα είναι τόπος άγριος. Εκεί βγαίνουν φαντάσματα. Εκεί μαζεύονται οι καλικάντζαροι το δωδεκαήμερο. Κανένας άνθρωπος φρόνιμος δεν πατάει εκεί το πόδι του. Μα όποιος είναι παλαβός, πάει και γιατρεύεται. Εκεί χύνονται τρία ποτάμια. Για αυτό τα λένε έτσι. Αν θες θα σε πάω στο πρώτο ποτάμι. Μα στο δάσος δε μπαίνω». Ο τρελός λέει: «Εντάξει! Να πλυθώ πρώτα». Ο γέρος είπε: «Έβγα στην αυλή, πάρε το λάστιχο και πλύσου. Εγώ θα σελώσω το μουλάρι».

Ο τρελός βγήκε στην αυλή, πήρε το λάστιχο και ξάπλωσε χάμω. Άφησε το νερό να τρέχει πάνω του. Τόνε βλέπει ο γέρος. Τρέχει και κλείνει τη βρύση. «Τι κάνεις τρελέ; Σήκω όρθιος», του λέει. Ο τρελός σηκώθηκε. Ο γέρος πήρε το λάστιχο και τον κατάβρεξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Ο τρελός στέγνωσε στον ήλιο. Μετά ανέβηκε στο μουλάρι του γέρου και ξεκίνησαν.

Δρόμο πήραν δρόμο άφησαν κι έφτασαν στο πρώτο ποτάμι. «Κατέβα από το μουλάρι. Πάρε μαζί σου σπίρτα για να ανάψεις φωτιά τη νύχτα. Καλή τύχη!» του λέει ο γέρος. Ύστερα έφυγε.

Ο τρελός προχώρησε στο λόγκο. Έφτασε εκεί που χύνονταν τα τρία ποτάμια. Είχε νυχτώσει. Μάζεψε ξύλα. Άναψε φωτιά. Πετάγεται μπροστά του ένα ξωτικό. «Τι γυρεύεις εδώ;» τον ρωτάει. «Ήρθα να γίνω καλά. Είμαι τρελός». «Θα σε βοηθήσω, αν μου φέρεις βότανα από το δάσος με τα κακά στοιχειά», του λέει το ξωτικό. «Πως θα βρω το δάσος;» ρωτάει ο τρελός. Το ξωτικό λέει: «Θα πάρεις τούτο το μονοπάτι». «Αύριο το βράδυ θα είμαι εδώ», είπε ο τρελός. Ύστερα αποκοιμήθηκε.

Το πρωί ο τρελός πήρε το μονοπάτι. Έφτασε στο δάσος. Μάζεψε βότανα. Τότε φάνηκαν τρία κακά στοιχειά. Ήταν μαύρα, ασχημομούρικα. «Θα σε φάμε!» του λένε. «Τι να φάτε από μένα; Πετσί και κόκαλο είμαι», λέει ο τρελός. «Πιάστε τον», είπε το ένα στοιχειό στα άλλα δύο. Άρχισαν τότε να κυνηγάνε τον τρελό μες στο δάσος. Αυτός τους ξέφευγε. Ανέβηκε σε μια καστανιά. Άναβε με τα σπίρτα τα κάστανα και τα πετούσε πάνω στα στοιχειά για να τα τσουρουφλίσει. Τα στοιχειά δεν τα έβγαζαν πέραν με τον τρελό. Έφυγαν. Ο τρελός κατέβηκε από το δέντρο. Πήγε στο ξωτικό και έδωσε τα βότανα.  

Το ξωτικό του λέει: «Θα σε πάω στα Τριποτάματα. Θα πλυθείς στα νερά. Έτσι, θα γιατρευτείς. Δεν είναι εύκολο. Οι νεράιδες δεν αφήνουν κανέναν να ζυγώσει. Βρες τρόπο. Αγαπούν τα αραχνοΰφαντα ρούχα τους, τα πέπλα, τα μαντήλια τους. Αν τους τα πάρεις…» «Πάμε», είπε ο τρελός.

Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι έφτασαν στα Τριποτάματα. «Εδώ είναι», λέει το ξωτικό. Ξαφνικά σηκώθηκε αέρας δυνατός. Το ξωτικό είπε: «Έρχονται οι νεράιδες των ποταμιών. Εγώ φεύγω. Αν με δουν εδώ χάθηκα».

Ο τρελός έμεινε μόνος. Κρύφτηκε πάνω σε ένα δέντρο. «Από δω θα βλέπω καλά», είπε. Οι νεράιδες ήταν τρεις. Άρχισαν να χορεύουν κοντά στον ποταμό που ενώνονταν τα Τριποτάματα. Μετά έβγαλαν τα ρούχα, τα πέπλα και τα μαντήλια τους. Τα άφησαν στην όχθη. Βούτηξαν στο ποτάμι. Ο τρελός έτριβε τα μάτια του. Δεν είχε ξαναδεί τέτοια ομορφιά. Είπε: «Όταν οι νεράιδες κολυμπήσουν πιο πέρα, θα αρπάξω τα ρούχα τους. Θα τα κάψω, αν δε με αφήσουν να μπω στο νερό».

Έτσι κι έκανε. Κατέβηκε από το δέντρο κι άρπαξε τα ρούχα των νεραϊδών. Μόλις αυτές τελείωσαν το λουτρό τους, πήγαν να ντυθούν. Ο τρελός άναψε ένα σπίρτο και τους φώναξε: «Τα ρούχα σας κάνουν καλό προσάναμμα». Εκείνες πάγωσαν, σαν είδαν τι κρατούσε. Χωρίς τα πέπλα και τα μαντήλια τους δε μπορούσαν να γυρίσουν στον νεραϊδότοπο. «Άσε τα ρούχα μας. Θα έχεις ό,τι ποθείς», είπαν στον τρελό. «Ποθώ να λουστώ στο ποτάμι», τους λέει αυτός. «Γιατί θες να μπεις στο ποτάμι;» τον ρώτησε η μια. «Είμαι τρελός! Θέλω να γιάνω», είπε. «Εμείς αγαπάμε τους τρελούς, τους αλαφροΐσκιωτους και τους νεραϊδοπαρμένους. Δε θα σε πειράξουμε», είπε η άλλη. «Έχεις το λόγο μας», είπε η τρίτη. «Θα κρεμάσω τα ρούχα σας στα κλαδιά. Μετά θα βουτήξω στο ποτάμι. Πάρτε τα σκουτιά σας και φύγετε. Αν με πειράξετε θα σας κάψω ζωντανές», είπε ο τρελός.

Οι νεράιδες φοβήθηκαν. Μόλις ο τρελός βούτηξε στο νερό, πήραν τα ρούχα τους κι έγιναν άφαντες. Ο τρελός γιατρεύτηκε στα Τριποτάματα. Έγινε γνωστικός. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος