Ο παπουτσής που έπινε

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 06 Μάρτιος 2020 13:17 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο παπουτσής που έπινε

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπουτσής. Ζούσε σε ένα χωριό. Εκεί οι άνθρωποι είχαν αμπέλια. Έφτιαχναν ωραίο κρασί. Του παπουτσή του άρεσε το κρασί. Όταν έμπλεκε με παρέες έπινε πολύ. Τρέκλιζε σαν γύριζε σπίτι. Τα παιδιά της γειτονιάς του τόνε φώναζαν μπεκρή.

Σε καιρό η δουλειά του παπουτσή δεν πήγαινε καλά. Δεν έφτιανε τα παπούτσια με την ίδια μαστοριά όπως παλιά. Βιαζόταν κι έκανε λάθη.

Μια μέρα πήγε στο μαγαζί του μια γριά. Του είπε: «Έφτιαξες τα παπούτσια παρήγγειλα για το εγγόνι μου;» «Έτοιμα είναι!» αποκρίνεται αυτός. Λέει η γριά: «Για να τα ιδώ!» Λέει ο παπουτσής: «Πως σου φαίνονται;»  Αποκρίνεται η γριά: «Έμαθα ότι πίνεις. Άλλοτε τα έφτιαχνες πιο περιποιημένα. Ας είναι. Πόσο κάνουν;» «Όσο συμφωνήσαμε!» λέει αυτός. «Να στα δώσω, αν και δεν αξίζουν για τόσο», είπε η γριά.

Ο παπουτσής φούντωσε. Είχε πιει και λίγο. Έτοιμος ήταν, αν του έλεγε η γριά άλλη κουβέντα, να την πετάξει έξω. Αυτή το κατάλαβε. Δεν είπε λέξη. Έβγαλε τα λεφτά και πλήρωσε. Πριν φύγει, του λέει: «Σε βλάπτει τπ συνήθειο που απέκτησες. Αν θες βοήθεια, έλα να με βρεις». Του παπουτσή του πέσανε τα μούτρα. Ντράπηκε . Ήξερε πως η γριά του μίλησε σωστά.

Το άλλο πρωί αποφάσισε να πάει στη γριά, να την συμβουλευτεί. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε κι έφτασε στο καλύβι της. Εκείνη είπε: «Καλώς σε δέχτηκα, παλικάρι μου!» Ο παπουτσής τη ρωτάει: «Τι να κάνω;» Λέει η  γριά: «Φύγε από δω, για να κόψεις την κακή συνήθεια. Όταν γυρίσεις θέλω να μου φέρεις κάτι». «Τι θέλεις;» τη ρωτάει αυτός. «Θέλω την ασημένια σκάφη με τα τρία λεμονοσάπουνα που δε σώνονται ποτέ». «Που θα την βρω; ρωτάει αυτός. Η γριά λέει: «Δική σου δουλειά! Πάρε τούτο το φλασκί. Όσο κι αν πίνεις, αυτό δε στερεύει. Πάρε κι αυτό το πιάτο. Όποτε θες, θα γεμίζει φαγητό».

Ο παπουτσής πήρε τα σκεύη. Τα έβαλε στο δισάκι του. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, για να βρει ό,τι ζήτησε η γριά. Βγήκε από το χωριό. Μπήκε σε ένα δάσος. Εκεί είδε ένα άσπρο άλογο. «Τι ωραίο! Θα ήθελα να το καβαλήσω», είπε. Έκανε να πλησιάσει το άλογο. Αυτό έφευγε. Έβγαλε από το δισάκι του το πιάτο της γριάς κι είπε: «Θέλω να γεμίσει με ζάχαρη». Έτσι κι έγινε.

Μετά ο παπουτσής άφησε το πιάτο κάτω από ένα δέντρο. Πλάγιασε πιο πέρα. Έκανε πως κοιμάται. Το άλογο πλησίασε το πιάτο. Άρχισε να γλύφει τη ζάχαρη. Ο παπουτσής σηκώθηκε σιγά-σιγά. Πήγε κοντά στο άλογο. Αυτό δέχτηκε τα χάδια του παλικαριού. Το είχε κερδίσει. Ανέβηκε στη ράχη του αλόγου. Συνέχισε το δρόμο του.

Πήγε, πήγε, μέχρι που συνάντησε μια κοπέλα σε μια πηγή. Γέμιζε νερό τη στάμνα της. «Λάμπεις σαν τον ήλιο!» της είπε. «Ο ήλιος καίει, παλικάρι μου! Που πηγαίνεις;» ρωτάει αυτή. «Πάω να βρω την ασημένια σκάφη με τα τρία λεμονοσάπουνα». Η κοπέλα λέει: «Την έχει μια στρίγγλα στην καλύβα της, στην κορυφή του βουνού. Τη βγάζει στην αυλή τα βράδια. Λούζει τα μαλλιά της με τα σαπούνια. Κανείς μέχρι τώρα δεν κατάφερε να πάρει τη σκάφη. Όλοι άφησαν τα κοκαλάκια τους εκεί». «Θα με βοηθήσεις;» ρωτάει ο παπουτσής.

Τότε η κοπέλα έβγαλε ένα σακούλι που κρεμόταν στον κόρφο της. Του το έδωσε. «Πάρε το. Έχει μέσα σπόρους από τριανταφυλλιά. Αν η στρίγγλα σε κυνηγήσει ρίξε τους πίσω σου και πες: Πιάστε σπόροι και ψηλώστε, βγάλτε άνθη κόκκινα κι αγκάθια μυτερά, σαν μαχαίρια κοφτερά». Τα αγκάθια θα καθυστερήσουν τη στρίγγλα.

Ο παπουτσής πήρε τους σπόρους. Μετά πότισε το άλογο. Έβγαλε από το δισάκι του το φλασκί. Το έδωσε στην κοπέλα. Είπε: «Πάρε το! Το φλασκί αυτό δε στερεύει. Έτσι δε θα χρειάζεται να έρχεσαι στη βρύση ολοένα!».  

Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε το παλικάρι προς το βουνό. Βλέπει έξω από ένα πέτρινο σπίτι μια γυναίκα μαυροφορεμένη που έσκαβε τη γη να βγάλει πατάτες. Παραδίπλα παίζανε τρία αδύνατα παιδάκια.

«Τι γυρεύεις, παλικάρι;» τον ρωτάει αυτή. «Ξέρεις που θα βρω τη στρίγγλα;» λέει ο παπουτσής. «Τούτο το μονοπάτι, βγάζει στο σπίτι της, στην κορυφή του βουνού. Αν σε δει, θα σε λιανίσει. Έτσι έκανε με τον άντρα μου. Έμεινα μόνη με τρία παιδιά να θρέψω», λέει η χήρα.

Τότε ο παπουτσής παίρνει από τα χέρια της την τσάπα. Την πετάει χάμω και λέει: «Έλα να φάμε μαζί με τα παιδιά σου». Έβγαλε το πιάτο από το δισάκι του. Είπε: «Θέλω ένα πλούσιο γεύμα». Μέσα από το πιάτο βγήκαν λαχταριστά φαγητά. Η χήρα τα έχασε. Φώναξε τα παιδιά της.  Έφαγαν κι ευχαριστήθηκαν.

Ο παπουτσής είπε στη χήρα: «Ώρα να πηγαίνω! Κράτησε το πιάτο, για να έχετε όλα τα καλά». Αυτή έβγαλε από την τσέπη της ένα χάλκινο νόμισμα, με έναν αετό επάνω. Του το έδωσε και λέει: «Το βρήκα στο χωράφι μια μέρα. Όταν το έτριψα, πέταξε εδώ ένας αετός. Κάθισε στη σκεπή και είπε: Με κάλεσες κυρά; Αν με χρειαστείς, τρίψε το νόμισμα. Θα σε πάω όπου θες». Ο παπουτσής το πήρε και είπε: «Σε ευχαριστώ!».

Ύστερα, δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για το βουνό. Είδε στην κορυφή το καλύβι της στρίγγλας. Κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Περίμενε. Σε λίγο είδε τη στρίγγλα να βγαίνει. Ήταν ξερακιανή, με μαύρα μαλλιά και μυτερά δόντια. Η στρίγγλα δεν είδε τον παπουτσή. Έβγαλε έξω την ασημένια σκάφη. Τη γέμισε νερό. Πήρε τα τρία λεμονοσάπουνα. Άρχισε να πλένει τα λιγδιασμένα της μαλλιά. Όταν τελείωσε, άφησε τη σκάφη με τα σαπούνια. Μπήκε στην καλύβα.

Ο παπουτσής έτριψε το νόμισμα. Πέταξε κοντά του ο αετός. «Με ζήτησες;» τον ρωτάει. Λέει ο παπουτσής. «Θέλω να πάρεις την ασημένια  σκάφη». «Θα προσπαθήσω!» είπε ο αετός. Πέταξε κι άρπαξε με τα πόδια του τη σκάφη. Τα σαπούνια γλίστρησαν. Έπεσαν χάμω. Η στρίγγλα άκουσε το θόρυβο. Βγήκε από το σπίτι. Μόλις είδε τον αετό με τη σκάφη, άρχισε να σουρομαδιέται. «Δε θα πας μακριά!» φώναξε με τσιριχτή φωνή. «Θα βρω τη φωλιά σου και θα σε κανονίσω!» Μετά μπήκε σπίτι της.

Ο παπουτσής έτρεξε και πήρε τα τρία λεμονοσάπουνα. Εκείνη τον είδε από το παράθυρο. Έβαλε στριγκιά. Μόλις την άκουσε ο παπουτσής ανέβηκε στο άλογό του κι έφυγε. Αυτή όρμησε έξω κι άρχισε να τον κυνηγάει.

Τότε ο παπουτσής θυμήθηκε τους σπόρους. Τους έριξε πίσω του και είπε: «Πιάστε σπόροι και ψηλώστε, βγάλτε άνθη κόκκινα κι αγκάθια μυτερά, σαν μαχαίρια κοφτερά». Στη στιγμή οι σπόροι έπεσαν στη γη. Φύτρωσαν μεγάλα μυτερά, κοφτερά αγκάθια. Η στρίγγλα έπεσε πάνω τους. Πήγε να ξεφύγει, μα για κακή της τύχη μπλέχτηκαν τα μακριά μαλλιά της στα αγκάθια που όλο μεγάλωναν. Δε μπορούσε να τα ξεμπλέξει. Έπρεπε να τα κόψει. Στα μαλλιά της βρισκόταν όλη η δύναμή της.

Έτσι, ο παπουτσής ξέφυγε. Πήγε στο ύψωμα κάτω από τη φωλιά του αετού. Του είπε: «Θέλω να πας τη σκάφη στο χωριό μου. Θα ξεκινήσω πρώτος καβάλα στο άλογο. Εσύ ακολούθησέ με».

Έτσι κι έγινε. Έφτασαν μαζί στο χωριό. Ο παπουτσής πήγε τη σκάφη και τα σαπούνια στο σπίτι της γριάς. Η γριά του είπε: «Μην  ξαναπιείς! Ασχολήσου με τη γη, και ξέχνα όλα τα άλλα. Έτσι θα γιάνεις». Ο παπουτσής έκανε ό,τι τον ορμήνεψε. Δεν ξανάβαλε πιοτό στο στόμα του. Και έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

Ενημερωθείτε για όλη την επικαιρότητα της Λακωνίας και όχι μόνο μέσα από τη συνεχή ροή του www.lakonikos.gr. Κάνετε like στη σελίδα και γίνετε μέλος στην ομάδα του lakonikos.gr στο Facebook για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι! Με το κύρος και την αξιοπιστία του "Λακωνικού Τύπου", της μοναδικής ημερήσιας εφημερίδας της Λακωνίας με ιστορία 20 και πλέον ετών

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti