Ο σφουγγαράς, ο Γιάννης και το χρυσό κοράλλι

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 07 Φεβρουάριος 2020 13:10 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο σφουγγαράς, ο Γιάννης και το χρυσό κοράλλι

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σφουγγαράς. Ζούσε σε ένα νησί. Ήθελε να βρει το χρυσό κοράλλι. Είχε ακούσει από τους παλιούς ναυτικούς να λένε για αυτό. Πολλοί σφουγγαράδες είχαν καταφέρει να το δουν, μα κανένας να το κόψει. Φύτρωνε βαθιά, μόνο μια φορά το χρόνο, στη γιορτή του Αγίου Νικολάου.

Στο χωριό του σφουγγαρά ζούσε ένας γέρος. Μόνο αυτός είχε καταφέρει να πλησιάσει το χρυσό κοράλλι. Μα δεν το είχε κόψει. Σε κανέναν δεν είχε πει το γιατί. Ο σφουγγαράς πήγε και τον βρήκε. «Θέλω τη βοήθειά σου για να βρω το χρυσό κοράλλι», του είπε. «Δύσκολο πράγμα ζητάς», του λέει ο γέροντας. «Που φυτρώνει; Γιατί κανείς ως τώρα δεν το έχει κόψει;» ρώτησε ο νέος. «Φυτρώνει μια φορά το χρόνο, στις έξι του Δεκέμβρη στη θάλασσα του Κάβου Μαλιά». Το φυλάνε τα στοιχειά της θάλασσας, τα πνεύματα του νερού. Τα είδα με τα μάτια μου. «Πόσα είναι τα στοιχειά γέροντα;» «Τρία! Χρειάζεσαι καπετάνιο-οδηγό, για να φτάσεις εκεί», του λέει ο γέροντας. «Θα έρθεις μαζί μου;» τον ρωτάει ο σφουγγαράς. «Τα χρόνια μου δε με βοηθάνε. Ο γιος μου, ο Γιάννης, ξέρει το μέρος. Θα πάτε μαζί».

Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα ο σφουγγαράς μαζί με το Γιάννη ξεκίνησαν. Όταν κόντευαν να φτάσουν στο χρυσό κοράλλι, η θάλασσα άρχισε να χαλάει. Φουρτούνα σηκώθηκε. Τότε μια γοργόνα βγήκε από το νερό. Στάθηκε μπροστά στην πλώρη του καραβιού. Δεν το άφηνε να προχωρήσει. Ο σφουγγαράς πήγε στην πλώρη. Της μίλησε: «Γιατί μπαίνεις εμπόδιο στο δρόμο μας;» της είπε. «Δεν αφήνω κανέναν να περάσει», λέει η γοργόνα. «Τι θέλεις;» τη ρώτησε ο καπετάν-Γιάννης; «Θέλω κάτι πολύ όμορφο» είπε αυτή.  

Ο σφουγγαράς θυμήθηκε ένα κόσμημα που είχε βρει σε μια σπηλιά. Ένα χρυσό βραχιόλι με τρία μικρά ρουμπίνια πάνω. Της δείχνει το βραχιόλι. «Είναι δικό σου», της λέει. Το πετάει στο νερό. «Άφησέ μας τώρα να συνεχίσουμε την πορεία μας». «Που πάτε;» ρώτησε η γοργόνα. «Πάμε στον Κάβο Μαλιά για το χρυσό κοράλλι», της φώναξε αυτός. Τότε εκείνη πλησίασε. Πέταξε ένα κοχύλι πάνω στο κατάστρωμα. «Αν χρειαστείτε βοήθεια, τρίψε το κοχύλι. Θα βρεθώ αμέσως κοντά σας», είπε η γοργόνα και βούτηξε στα νερά.

Το καράβι συνέχισε την πορεία του. Έφτασε ο καπετάνιος στον Κάβο Μαλιά. «Καπετάνιε, πως θα ρίξουμε άγκυρα τώρα;» ρώτησε ο Γιάννης. «Ο καιρός θα μας παρασύρει και θα μας τσακίσει στα βράχια. Πάμε από την πίσω μεριά που δεν την πιάνει ο αέρας», είπε ο καπετάνιος. Έτσι κι έκαναν. Μετά από καμιά ώρα ο αέρας κόπασε. Η θάλασσα άρχισε να ηρεμεί.

«Θα βάλλω τη στολή μου. Θα βουτήξω. Τώρα είναι ευκαιρία», είπε ο σφουγγαράς. Μόλις τελείωσε την κουβέντα του, δύο δελφίνια άρχισαν να πηδάνε πλάι στο καράβι. Οι ναύτες τα χάζευαν. Τους πέταξαν ψάρια που είχαν πιάσει. Εκείνα τα έφαγαν. Ύστερα μίλησαν με ανθρώπινη φωνή και είπαν: «Το βυθό τον φυλάνε τα στοιχειά, πνεύματα της θάλασσας. Προσέχουν το χρυσό κοράλλι. Αν δε φύγετε, θα βουλιάξουν το καράβι σας. Αν μας χρειαστείτε, ρίξτε αυτόν τον αστερία στη θάλασσα». Πέταξαν έναν  αστερία πάνω στην κουβέρτα του καραβιού. Μετά χάθηκαν στα νερά.

Λέει ο σφουγγαράς στο Γιάννη: «Ο πατέρας σου μου είπε για τα τρία στοιχειά. Δε φοβάμαι! Θα βουτήξω εγώ για να βρω το κοράλλι». «Θα βουτήξω μαζί σου! Θα αφήσω στο πόστο μου τον δεύτερο καπετάνιο», είπε ο Γιάννης.

Οι δύο φίλοι βούτηξαν στο νερό. Είδαν σε μεγάλο βάθος πίσω από ένα βράχο κάτι να χρυσίζει. Ξαφνικά τρία θαλασσινά πλάσματα τους κύκλωσαν. Ο σφουγγαράς έβγαλε το κοχύλι που του έδωσε η γοργόνα. Το έτριψε. Ο Γιάννης πέταξε τον αστερία στο νερό. Αμέσως φάνηκαν η γοργόνα και τα δελφίνια. Είδαν τους δαίμονες της θάλασσας. Τα δελφίνια έβγαζαν ήχους για να τους τραβήξουν την προσοχή. Η γοργόνα γέμισε τη θάλασσα φαρμακερές μέδουσες που περικύκλωσαν τα δαιμόνια. Οι δύο βουτηχτάδες κολύμπησαν πίσω από το βράχο. Βρήκαν το χρυσό κοράλλι. Το έκοψαν. Οι μέδουσες έχυσαν το δηλητήριό τους στα δαιμόνια. Τα δελφίνια πήραν στη ράχη τους δύο φίλους. Τους ανέβασαν στην επιφάνεια της θάλασσας. Αν το δηλητήριο τους ακουμπούσε, θα πέθαιναν. Οι μέδουσες κόλλησαν στα σώματα των δαιμονίων. Τα έπνιξαν με το δηλητήριό τους.

Στο καράβι, οι ναύτες υποδέχτηκαν τους δύο βουτηχτάδες. Έβαλαν πλώρη για να γυρίσουν στο νησί τους. Ο πατέρας του Γιάννη τους περίμενε. Όταν είδε το καράβι να επιστρέφει στο νησί, χάρηκε. Ήθελε μόνο να είναι καλά το πλήρωμα.

Ο σφουγγαράς κι ο Γιάννης πήγαν στο γέροντα.  «Καλωσορίσατε παιδιά μου!» τους είπε ο γέρο-σφουγγαράς. «Καλώς σε βρήκαμε!» είπαν αυτοί. «Το φέρατε;» ρώτησε. «Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που το πρωτοείδα». «Το φέραμε, γέροντα» είπε ο σφουγγαράς. Άφησε τότε το κοράλλι στα χέρια του γέροντα. «Είναι το πιο όμορφο κοράλλι που έχω δει, είπε ο γέρος. Πρέπει να το γιορτάσουμε. Φωνάξτε τους ναύτες. Θα φέρω κρασί και ψάρια να ψήσουμε».

Έτσι κι έγινε. Γιόρτασαν. Φάγανε θαλασσινά. Ήπιανε λευκό κρασί. Κι ήμουνα κι εγώ εκεί και θαύμασα πως γλεντούν οι ναυτικοί. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

Ενημερωθείτε για όλη την επικαιρότητα της Λακωνίας και όχι μόνο μέσα από τη συνεχή ροή του www.lakonikos.gr. Κάνετε like στη σελίδα και γίνετε μέλος στην ομάδα του lakonikos.gr στο Facebook για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι! Με το κύρος και την αξιοπιστία του "Λακωνικού Τύπου", της μοναδικής ημερήσιας εφημερίδας της Λακωνίας με ιστορία 20 και πλέον ετών

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα