Ο κοκαλιάρης

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 25 Οκτώβριος 2019 11:59 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο κοκαλιάρης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας κοκαλιάρης. Ζούσε σε ένα χωριό που όλοι οι κάτοικοι ήταν καλοθρεμμένοι. Ήθελε να παχύνει. Μα δεν τα κατάφερνε.

«Τι θα κάνω; Έχω γίνει ο περίγελος του χωριού. Κοκαλιάρη με φωνάζουν όλοι και τα κορίτσια με περιγελούν», έλεγε.

Μια μέρα αποφάσισε να φύγει από το χωριό. Άφησε στο πόδι του, στα κτήματά του έναν αδερφικό του φίλο. Γέμισε φαΐ το δισάκι του. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, κι έφτασε σε ένα δάσος. «Ας κάτσω να ξεκουραστώ και να φάω το ψωμί μου», είπε.

Εκεί που έτρωγε, βλέπει μια γυναίκα αφράτη. Είχε στα χέρια της ένα σκοινί. Τραβούσε ένα γάιδαρο. «Που πηγαίνεις με το ζωντανό σου;» τη ρωτάει. «Πάω να γεμίσω τα τσουβάλια με χόρτα. Θα τα πουλήσω στην αγορά. Εσύ τι ζητάς εδώ;» «Ψάχνω να βρω τρόπο να παχύνω», της λέει. «Θα σε ορμηνέψω, αν με βοηθήσεις να μαζέψω και να πουλήσω τρία σακιά χόρτα», του λέει η γυναίκα. Αυτός δέχτηκε.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν για το δάσος. Φτάνουν εκεί και μαζεύουν τα χόρτα. Γεμίζουν τρία σακιά και τα φορτώνουν στο γαϊδούρι. Ξαφνικά πετάγονται μπροστά τους δύο ξωτικά. «Δώστε μας τα χόρτα! Ό,τι φυτρώνει εδώ είναι δικό μας», λέει το πρώτο ξωτικό. «Δεν τα δίνουμε! Κάναμε κόπο να τα μαζέψουμε», λέει η γυναίκα. «Αν δεν τα δώσετε, θα σας μεταμορφώσουμε σε γαϊδούρια», λέει το δεύτερο ξωτικό. «Θα τα δώσουμε!» λέει ο κοκαλιάρης.

Στο γάιδαρο είχαν φορτωμένα, άλλα δύο σακιά με άχυρο. Λέει αυτός στη γυναίκα: «Θα τους δώσουμε το άχυρο. Όταν ανοίξουν να δουν τι έχουν μέσα τα σακιά, θα τα κοπανήσω με τη γκλίτσα μου δυνατά στο κεφάλι». Έτσι, δίνουν τα σακιά στα ξωτικά. Εκείνα χώνουν μέσα τα κεφάλια τους να βρουν τα χόρτα. Τότε ο κοκαλιάρης τους δίνει δύο γερές με τη γκλίτσα του. Τα ξωτικά πέφτουν χάμω ξερά.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν ο κοκαλιάρης κι η γυναίκα. Πιλαλούν μέσα στο δάσος. Βρίσκουν μια σπηλιά. Μπαίνουν μέσα. «Ουφ! Ξεψύχησα στο πιλάλημα», λέει ο κοκαλιάρης. «Αφού δεν έχεις τσιτσί πάνω σου, που να αντέξεις;» λέει η γυναίκα. «Θα μείνουμε εδώ τη νύχτα. Θα βράσουμε χόρτα να φάμε. Βάρδα μόνο μη μας βρουν τα ξωτικά», της λέει αυτός. Έτσι κι έκαναν.

Την άλλη μέρα, δρόμο πήραν δρόμο άφησαν και έφτασαν στην πολιτεία. Πήγαν στην αγορά. Πούλησαν τα χόρτα. «Τώρα θα σου πω πως θα παχύνεις», λέει η γυναίκα στον κοκαλιάρη. «Θα πας στο παλάτι του βασιλιά. Θα βρεις μια τη μαγείρισσα. Θα σου ζητήσει κάτι. Αν της το πας, κάθε μέρα θα σε φιλεύει ό,τι ποθεί η ψυχή σου. Σε δώδεκα μήνες θα σε έχει κάνει θρεφτάρι».

 Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, έφτασε στο παλάτι. Βρήκε τη μαγείρισσα, μια στρουμπουλή γυναίκα. «Τι ζητάς;» τον ρωτάει αυτή. «Θέλω να με παχύνεις. Ένα πουλάκι μου είπε πως μπορείς». «Αν το θέλεις, θα φέρεις το κόκκινο πουλί που ζει στο κοντινό δάσος», του λέει η μαγείρισσα. «Ο βασιλιάς θα κάνει έμπιστό του όποιον του πάει αυτό το πουλί. Ένας σοφός του είπε, κάποτε, ότι θα γίνει δίκαιος, αν έχει σύμβουλό του ένα κόκκινο πουλί. Αν γίνεις έμπιστος του βασιλιά, θα με βοηθάς. Θα μείνεις εδώ. Θα σε ταΐζω με φαγητά που ούτε στον ύπνο σου δεν έχεις δει. Αν δε σε παχύνω να μη με λένε Μαρία».

Την άλλη μέρα ο κοκαλιάρης ξεκίνησε για να βρει το κόκκινο πουλί. Έφτασε στο δάσος. Συνάντησε έναν κυνηγό. «Ξέρεις που θα βρω το κόκκινο πουλί;» τον ρωτάει. «Το σούρουπο κάθεται σε μια γέρικη βελανιδιά του δάσους. Κανείς δεν τα κατάφερε ως τώρα να το πιάσει», λέει ο κυνηγός και φεύγει.

Πήγε τότε ο κοκαλιάρης να ψάξει στο δάσος για τη βελανιδιά. Όταν τη βρήκε, σκέφτηκε: «Θα ξαπλώσω από κάτω. Θα κοιμηθώ μέχρι να σουρουπώσει. Αν το κόκκινο πουλί έρθει, θα ακούσω το κελάηδημά του». Έτσι κι έκανε.

Κατά το σούρουπο το κόκκινο πουλί έκατσε στα κλαδιά της βελανιδιάς. Κελαηδούσε μελωδικά. Ο κοκαλιάρης το άκουσε. Ξύπνησε. Έβγαλε από το δισάκι του ψωμί. Το έτριψε κάτω από το δέντρο. «Αν το πουλί πεινάει, θα κατέβει να φάει» είπε. Μετά έκλεισε τα μάτια, τάχα ότι κοιμάται. Το πουλί κατέβηκε από το δέντρο. Άρχισε να τρώει τα ψίχουλα. Αυτός το κοιτούσε με το μάτι μισάνοιχτο.

Εφτά μέρες έμεινε στο δάσος. Πήγαινε κάτω από τη βελανιδιά. Έκανε το ίδιο πράγμα. Το κόκκινο πουλί τον έμαθε. Πήγαινε κοντά του. Ανέβαινε πάνω του. Την τελευταία μέρα ο κοκαλιάρης έπιασε το πουλί. Το πήρε μαζί του. Το πάει στη μαγείρισσα. Εκείνη όταν το είδε, γυάλισαν τα μάτια της. «Πήγαινέ το στο βασιλιά!» του είπε.

Ο κοκαλιάρης πήγε το πουλί στο βασιλιά. Αυτός δεν πίστευε στα μάτια του. Ζήτησε από το νέο να γίνει έμπιστός του. Τον κράτησε για πάντα στο παλάτι. Μέσα σε ένα χρόνο ο κοκαλιάρης έγινε αγνώριστος από την καλοφαγία στα τραπέζια του παλατιού. Έδεσε το κορμί του και ομόρφυνε τόσο, που οι κοπέλες του παλατιού τον γλυκοκοίταζαν. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti