Ο παπάς κι ο ανασκελάς

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 28 Ιούνιος 2019 12:39 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο παπάς κι ο ανασκελάς

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπάς. Ζούσε σε ένα χωριό με την παπαδιά του. Κάποιοι χωριανοί του είπανε να πάει νύχτα σε ένα ερημοκλήσι να λειτουργήσει. Ο παπάς το ήθελε, γιατί δεν είχε ξανακάνει λειτουργία βράδυ σε ερημοκλήσι. Η παπαδιά όμως φοβότανε μην του τύχει κάτι στο δρόμο, γιατί οι άλλοι χωριανοί είχαν φύγει πιο νωρίς να καθαρίσουν το εκκλησάκι.
Λέει του άντρα της: «Παπά μου, που θα πας μοναχός σου με τα πόδια μεγάλος άνθρωπος; Νύχτα είναι. Αν σου τύχει κάτι, ποιος θα σε κοιτάξει; Να έρθω μαζί σου;» «Τι λες παπαδιά; Σαν τι να μου τύχει δηλαδή;» Λέει η παπαδιά:

Να σου τύχει κάνα αερικό, κάνα στοιχειό του δάσους, καμιά νεράιδα, κάνας ανασκελάς». Ο παπάς αποκρίνεται: «Τίποτα δεν τυχαίνει. Μη σε μέλλει. Μα τι είναι αυτός ο ανασκελάς;» «Οι ανασκελάδες παπά μου είναι τετράποδα ζώα. Αν πάει κανείς να τα καβαλικέψει, ψηλώνουν πολύ. Γίνονται ίσα με τα δέντρα και με τα φαράγγια. Ο άνθρωπος δε μπορεί να κατέβει από πάνω τους, γιατί σκιάζεται να πηδήξει κάτω από τόσο ψηλά. Στο χωριό μου ένας άνθρωπος έπεσε κάποτε από τον ανασκελά και γκρεμοτσακίστηκε. Έσπασε το πόδι του και  χτύπησε την πλάτη του. Σακατεύτηκε ο άνθρωπος». «Τι παραμύθια λες, βρε παπαδιά; Πιστεύεις σε τέτοια πράγματα; Άσε με να πάω στη δουλειά μου, γιατί θα αργήσω». «Καλά παπά μου! Μόνο έχε το νου σου!»

Ο παπάς δρόμο πήρε, δρόμο άφησε με το φανάρι του, για να βλέπει. Στα μισά της διαδρομής κουράστηκε. Έκατσε σε μια πέτρα να ξαποστάσει. Βλέπει τότε ένα γάιδαρο να βόσκει στη μια μεριά της στράτας. Τον πλησίασε. Τόνε χάιδεψε. Ο γάιδαρος καμάρωνε του καλού του. Λέει ο παπάς: «Βρε δεν τον καβαλικεύω; Μου πόνεσαν τα ποδάρια από το περπάτημα». Έτσι κι έκανε. Καβαλίκεψε το γάιδαρο ο παπάς. Δεν πρόλαβε να πάει δέκα βήματα πιο κάτω κι ο γάιδαρος άρχισε να ψηλώνει. Λίγο έλειψε να φτάσει στα ουράνια. Ο παπάς φοβήθηκε. Άρχισε να λέει το Πάτερ ημών και ό,τι ευχές ήξερε. Σταυροκοπιόταν συνέχεια. Στο τέλος είπε: «Πιστεύω εις ένα Θεό Πατέρα Παντοκράτορα…»

Μόλις τελείωσε την προσευχή ο γάιδαρος χαμήλωσε κι έφτασε στο κανονικό του ύψος. Μάλιστα ηρέμησε το ζωντανό και πήγε τον παπά ήσυχα στην πόρτα της εκκλησιάς. Ο παπάς ξεκαβαλίκεψε. Τότε ο ανασκελάς το έβαλε στα πόδια. Τα πέταλά του έβγαναν σπίθες από το τρέξιμο.

Μετά ο παπάς λέει: «Τι ήταν ετούτο το σημερινό; Δόξα το Θεό που είμαι καλά. Άμα το πω στην παπαδιά θα με περιγελάει που δεν την πήρα στα σοβαρά». Ύστερα μπήκε στο ερημοκλήσι που τον περίμεναν οι χωριανοί. «Που ήσουνα παπά μου; Άργησες!» του λένε. Αποκρίνεται ο παπάς: «Τι να σας πω! Ιησούς Χριστός νικάει κι όλα τα κακά σκορπάει. Άντε τώρα να ξεκινήσουμε τη λειτουργία μας».Έτσι κι έγινε. Έκανε τέτοια λειτουργία ο παπάς, που καλύτερη δεν είχε κάνει. Ύστερα όλοι μαζί ετοιμαστήκανε να γυρίσουνε στο χωριό.

Λέει ο παπάς στους χωριανούς: «Ένα θα σας πω,. Αν δείτε γάιδαρο που δεν είναι δικός σας στην εξοχή, μην το καβαλικέψετε». Ύστερα τους ιστόρησε ττι έγινε. Με την κουβέντα, έφτασαν και στο χωριό τους.

Η παπαδιά δεν κοιμόταν. Είχε το νου της, πότε θα γυρίσει ο παπάς. Στριφογύριζε στο στρώμα. Μόλις μπήκε ο άντρας της στο σπίτι, πετάχτηκε πάνω και του είπε: «Όλα καλά παπά μου;» «Καλά, γυναίκα! Κάναμε τη λειτουργία. Θα ήταν καλύτερα βέβαια, αν δεν παρουσιαζόταν αυτός ο ανασκελάς να με κοψοχολιάσει με τα καμώματά του». «Χωρατεύεις παπά μου;» ρώτησε αυτή. «Δε χωρατεύω, παπαδιά. Είχες δίκιο», της λέει. Της διηγήθηκε τότε τι του συνέβη.

«Αφού είσαι καλά παπά μου, τίποτα δε με νοιάζει. Πάμε τώρα να ξαπλώσουμε να ξεκουραστείς». Έτσι κι έγινε. Πήγαν να πλαγιάσουν.

Από τότε σε πολλούς χωριανούς παρουσιάστηκαν ανασκελάδες έξω από το χωριό. Όλοι πήγαιναν στον παπά να τους ορμηνέψει τι να κάνουν, γιατί μαθεύτηκε το πάθημά του. Ο παπάς, από τότε, έπαιρνε πια σοβαρά τα λόγια της παπαδιάς. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti