Οι τρεις καλές συμβουλές

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 30 Νοέμβριος 2018 21:19 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Οι τρεις καλές συμβουλές

Ήταν κάποτε ένας φτωχός άνθρωπος, που τον έλεγαν Γιάννη, κ’ είχε τη γυναίκα του κ’ ένα παιδί δέκα χρονών. Δούλευε ο άνθρωπος κάθε μέρα απ’ το πρωί ως το βράδυ, αλλά δεν έβγαζε τίποτε̇ μόλις και μετά βίας πρόφταινε τη φαμελιά του από ψωμί.
Μια μέρα ο Γιάννης λέει στη γυναίκα του:
- Δεν υποφέρεται αυτή η ζωή, γυναίκα. Βλέπεις, δουλεύω σα σκυλί απ’ το πρωί ως το βράδυ και δεν μου μένει τίποτες απ’ τη δουλειά. Θα πάρω τα μάτια μου να φύγω ̇θα πάω στα ξένα να βρω μια καλή δουλειά και να σου στέλνω να πορεύεσαι με το παιδί μας.
- Να πας στο καλό άντρα μου, του λέει η γυναίκα του, μόνο να χης την έννοια για το σπίτι, να μας στέλνης να οικονομιόμαστε.
Έφυγε λοιπόν ο Γιάννης από χωριό και πάει στην Πόλη, μα δεν μπόρεσε να βρη καμιά δουλειά καλή, γιατί ήταν άτεχνος κι αναγκάστηκε να μπη δούλος σ’ έναν άρχοντα.
  Αυτό το αφεντικό, όσα χρόνια κι αν του δούλεψε ο Γιάννης, δεν του έδωσε καμμιά πεντάρα̇ μονάχα η γυναίκα του άρχοντα του έδινε καμμιά φορά κανένα νόμισμα και το έστελνε στο χωριό του, στη γυναίκα του.
Πέρασαν δέκα χρόνια κι ο Γιάννης βαρέθηκε την ξενιτειά και θέλησε να γυρίση στο χωριό, στην γυναίκα του και στο παιδί του. Του είχε πονέσει για την πατρίδα του.
Ετοιμάζει τα πράγματά του και λέει τ’ αφεντικού του, να του πληρώση τη δούλεψή του, πού του χρωστούσε.
Βγάζει τ’ αφεντικό και του δίνει τρεις λίρες και του λέει:
- Πάρε, Γιάννη, αυτές τις τρεις λίρες. Τόσο κάνει η δούλεψη σου για τα δέκα χρόνια πού μου δούλεψες και σύρε στο καλό.
Ο καημένος ο Γιάννης πήρε τις τρεις λίρες, είδε που ήταν λίγες, αλλά δεν είπε τίποτε ̇μονάχα αναστέναξε απομέσα του, χαιρέτησε τ’ αφεντικό του και ξεκίνησε για το χωριό του.
Άμα πήγε λίγο παραπέρα, τον φωνάζει τ’ αφεντικό και του λέει:
-Δός μου, Γιάννη, τη μια λίρα και θα σου πω μια συμβουλή.
-Μα, αφεντικό, δε…
-Όχι, δός μου την, του λέει.
Τι να κάνη; του την δίνει. Του λέει τ’ αφεντικό:
-Για ότι δε σε μέλει, μη ρωτάς.
-Καλά, είπε ο Γιάννης και κίνησε να φύγει.
Δεν πρόφτασε να βγη όξω στην εξώπορτα και τον φωνάζει πάλι τ’ αφεντικό.
-Έλα δω, έλα δω! Δός μου άλλη μια λίρα, να σου δώσω άλλη μια συμβουλή.
Του δίνει και μιαν άλλη λίρα.
Του λέει:
-Ποτέ να μη παραστρατίσης από το δρόμο πού πήρες.
Ξεκινάει πάλι ο Γιάννης και συλλογιζόταν κ’ έλεγε με το νού του: Τι να την κάνω ο έρμος μια λίρα μονάχα; Πώς να πάω στο σπίτι μου με μια λίρα, ύστερα από δέκα χρόνια ξενιτειά!
Δεν ξεμάκρυνε καλά-καλά από το σπίτι και του φωνάζει τ’ αφεντικό και τρίτη φορά:
-Δός μου και την άλλη λίρα, να σου δώσω άλλη μια συμβουλή.
Του παίρνει κι αυτή τη λίρα και του λέει:
- Τον αποψινό θυμό
φύλαγέ τον το πουρνό!
Έτσι απένταρος και βαλαντωμένος έφυγε ο Γιάννης για το χωριό του. Στο δρόμο πού πήγαινε, βλέπει ένα αράπη, πού ήταν απάνω σ’ ένα δέντρο και κολνούσε στα φύλλα του δέντρου φλουριά. Του φάνηκε παράξενο, μα δεν είπε τίποτε στον αράπη, γιατί θυμήθηκε την πρώτη συμβουλή του αφεντικού του και τράβηξε ίσια το δρόμο του.
-Στάσου ωρέ, του φωνάζει ο αράπης.
Ο Γιάννης στάθηκε φοβισμένος, κι ο αράπης του λέει:
-Έχω εκατό χρόνια , πού κάθομαι εδώ σ’ αυτό το δέντρο και κάνω αυτό που με είδες. Πέρασαν λογής-λογής άνθρωποι κι όλοι στάθηκαν και με ρώτησαν, γιατί κολνάω τα φλουριά στα φύλλα κι όλους τους έφαγα. Μονάχα εσύ δεν με ρώτησες, μόνο τράβηξες ίσια το δρόμο σου. Μπράβο! πολύ γνωστικός άνθρωπος είσαι. Μπράβο! Σου χαρίζω όλα αυτά τα φλουριά, γιατί σου αξίζουν. Πάρ’ τα … χαλάλι σου κι άιντε στο καλό.
Παίρνει ο Γιάννης τα φλουριά, γεμίζει τις τσέπες του, τους κόρφους του και τραβάει το δρόμο του χαρούμενος. Συλλογιόταν στο δρόμο κ’ έλεγε με του νου του.
-Αλήθεια, άξιζε και παράξιζε για μια λίρα η πρώτη ορμήνεια, πού μού ‘δωκε τ’ αφεντικό!
Ύστερα από τρεις μέρες δρόμο ανταμώνει κάτι αγωγιάτες με καμμιά τριανταριά μουλάρια φορτωμένα. Πήγαιναν τον ίδιο δρόμο. Ο Γιάννης τους παρακάλεσε να τον βάλουν λίγο καβάλα, γιατί είχε κουραστή. Έτσι τράβηξαν όλοι αντάμα το δρόμο.
Σε λίγο έφτασαν σ’ ένα χάνι κ’ οι αγωγιάτες μπήκαν μέσα να πιούν κανένα κρασί κ’ είπαν και του Γιάννη, να μπή κι αυτός. Τότε αυτός θυμήθηκε τη δεύτερη ορμήνεια του αφεντικού του, πώς να μη παραστρατίζη από το δρόμο πού πήρε, και δεν πήγε. Έκατσε όξω και σταματούσε τα μουλάρια να μη φύγουν. Τότε εκεί που έπιναν το κρασί οι αγωγιάτες μέσα στο χάνι, γίνεται ένας μεγάλος σεισμός, έπεσε το χάνι και καταπλάκωσε όλους και χαντζή και αγωγιάτες.
Ο Γιάννης φοβήθηκε από το σεισμό, μα δεν έπαθε τίποτα. Έκανε μονάχα το σταυρό του κ’ είπε με το νου του: Αξίζει μια λίρα και η δεύτερη ορμήνεια πού μου ‘δωκε τ’ αφεντικό μου.
Πήρε λοιπόν τα μουλάρια, έτσι φορτωμένα πού ήταν, και τράβηξε το δρόμο του.
Αφού προχώρησε ακόμα μερικές ημέρες, έφτασε στο χωριό του. Τραβάει ίσια γραμμή στο σπίτι του μαζί με τα μουλάρια. Χτυπάει την πόρτα, τ’ ανοίγει η γυναίκα του, δεν τον γνώρισε. Αυτός δεν της φανερώθηκε ποιος είναι, μονάχα την παρακάλεσε να τον αφήσει να ξενυχτήση εκεί στην αυλή αυτός και τα μουλάρια του. Του λέει:
- Αν μου ‘λεγες για το σπίτι, δεν θα σ’ έμπαζα, αλλά αυτού μπορείς να ξενυχτήσης κ’ εσύ και τα μουλάρια σου, στρατοκόπος είσαι. Είναι δίπλα κι αυτό το χαγιάτι κι αν θέλης, στρώσε να κοιμηθής από κάτω.
Σε λίγο κει που συγύριζε τα μουλάρια, βλέπει ένα άντρα πού πέρασε και μπήκε μέσα στο σπίτι.
-Α! θα ξαναπαντρεύτηκε η γυναίκα μου, λέει, και μένα με ξέχασε.
Θύμωσε γι’ αυτό ο Γιάννης και πιάνει το τουφέκι του να μπή μέσα να τους σκοτώση, κι αυτόν κι αυτήν. Μα θυμήθηκε την τρίτη ορμήνεια τ’ αφεντικού του: Τον αποψινό θυμό, φύλαγε τον το πουρνό. Αφήνει το τουφέκι του και πλαγιάζει, μα πού να κλείσει μάτι!
Το πρωί, άμα έφεξε, σηκώθηκε και πήγε να βάλη κριθάρι στα μουλάρια. Είχε σηκωθή κ’ οικογένεια κι άκουσε εκείνον τον άντρα, που είχε μπή αποβραδίς στο σπίτι, να λέη της γυναίκας του:
-Πάω μάνα, και το μεσημέρι θα σου στείλω φασούλια να μαγειρέψης.
Τότε αυτός χτυπά με τα δυό του χέρια το κεφάλι του, πού κόντεψε να σκοτώση το παιδί του, τρέχει και φανερώνεται στη γυναίκα του και στο παιδί του. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, άνοιξε τα φορτώματα πού είχε στα μουλάρια και με τα φλουριά πού έφερε, έζησαν αυτοί καλά κ’ εμείς καλύτερα.

Γ.Α ΜΕΓΑ
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
ΤΟΜΟΣ Β’

Ενημερωθείτε για όλη την επικαιρότητα της Λακωνίας και όχι μόνο μέσα από τη συνεχή ροή του www.lakonikos.gr. Κάνετε like στη σελίδα και γίνετε μέλος στην ομάδα του lakonikos.gr στο Facebook για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι! Με το κύρος και την αξιοπιστία του "Λακωνικού Τύπου", της μοναδικής ημερήσιας εφημερίδας της Λακωνίας με ιστορία 20 και πλέον ετών

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος