Πρωτοχρονιάτικο αφήγημα

Το χαμένο φλουρί
Τετάρτη, 05 Ιανουάριος 2011 02:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Πρωτοχρονιάτικο αφήγημα

«Μπα σε καλό! Τι Πρωτοχρονιά και τούτη!». Η κυρά Μάρθα μονολογούσε ασταμάτητα πηγαίνοντας πέρα-δώθε και το κεφάλι της κόντευε να σπάσει! Τόσα χρόνια, τόσες Πρωτοχρονιές και ποτέ της δεν είχε πάθει τέτοιο χουνέρι. Να κόψει τη βασιλόπιτα ο άντρας της και να μη βρεθεί το φλουρί! Κι όμως ήταν βέβαιη, έπαιρνε βαρύ όρκο γι’ αυτό, το θυμόταν καλά πως έβαλε το χρυσό φλουρί στην πίτα.
 
Ήταν ένα ολόχρυσο κωνσταντινάτο, κληρονομιά απ’ το συχωρεμένο τον παππού της το Σμυρνιό, που η οικογένειά της το φύλαγε ως τζιβαερικό πολυτίμητο και το χρησιμοποιούσε κάθε Πρωτοχρονιά ως φλουρί στη βασιλόπιτα. Ο τυχερός έπαιρνε ένα συμβολικό δώρο και το φλουρί επέστρεφε στο πορφυρό κουτάκι του κοσμηματοπωλείου, που η κυρά Μάρθα το ’κρυβε στο τελευταίο συρτάρι του κομοδίνου της.
 
Παραμονή της Πρωτοχρονιάς η κυρά Μάρθα σηκώθηκε πρωί-πρωί να ετοιμάσει το ζυμάρι για την πολίτικη βασιλόπιτα που ’φτιαχνε κάθε χρόνο. Ήταν μια συνταγή που την έμαθε από τη Μικρασιάτισσα γιαγιά της. Οι άλλες γειτόνισσες έφτιαχναν κάτι πίτες που έμοιαζαν πιότερο με κέικ πορτοκαλιού πασπαλισμένα με ζάχαρη άχνη. Αυτή έπρεπε να βάλει στην πήλινη λεκάνη το αλεύρι, το βούτυρο, τη ζάχαρη, το χλιαρό γάλα, την κοπανισμένη μαστίχα, μια πρέζα αλάτι, τη νωπή μαγιά κι ένα ποτήρι νερό, που μέσα του έβρασαν οι ευωδιαστοί σπόροι του γλυκάνισου και να ζυμώσει καλά-καλά. Έπειτα σκέπαζε τη λεκάνη με μια πετσέτα και την άφηνε κοντά στο τζάκι για να ανέβει. Ύστερα την ξαναζύμωνε και την τοποθετούσε σ’ ένα βουτυρωμένο ταψί που το ξανασκέπαζε με την πετσέτα και το ’βαζε στο τζάκι. Όταν η πίτα ανέβαινε την άλειφε μ’ ένα χτυπητό αυγό και την πασπάλιζε με σουσάμι. Μετά την πήγαινε ολοταχώς στο χωριάτικο φούρνο που βρισκόταν στην άκρη της αυλής και την έψηνε ώσπου η επιφάνειά της να πάρει ένα γλυκό καφετί χρώμα.
 
Σαν βράδιαζε το φτωχικό σπίτι της κυρά Μάρθας μοσχοβολούσε από τη μυρωδιά της φρεσκοψημένης πίτας, το ψητό λεμονάτο αρνάκι με τις στρογγυλές πατατούλες και τη φρέσκια ρίγανη, τα κεφτεδάκια με το κίμινο και τους αυγοκομμένους ντολμάδες. Τα φώτα όλα αναμμένα και στην τραπεζαρία του σαλονιού στρωμένο το καλύτερο σερβίτσιο, αυτό που έβγαινε λίγες φορές το χρόνο για να δώσει το γιορταστικό τόνο σε ξεχωριστές στιγμές.
 
Και να! Τα αγόρια της, ο Γιώργης και ο Κωστής, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους έρχονταν για να υποδεχθούν όλοι μαζί το νέο χρόνο. Ο άντρας της, ο μαστρο-Πότης, ένας σκληραγωγημένος αδύνατος άνθρωπος, που είχε φάει τη ζωή του στις σκαλωσιές, ήταν από ώρα καθισμένος δίπλα στη γωνιά και κάπνιζε αρειμανίως σέρτικα Λαμίας. Απ’ τα χαράματα ως το απόγιομα, όλη τη βδομάδα, ήταν στην οικοδομή για να βγάλει το μεροκάματο. Και μόνο το Σαββατόβραδο ξεπόρτιζε. Πλενόταν, φόραγε καθαρά ρούχα, χαιρέταγε τη γυναίκα του και γραμμή για τον καφενέ του Θανάση. Εκεί έσμιγε με τους φίλους του, έπιναν τα ούζα τους και στρώνονταν στο χαρτί. Είχε πάθος με τη χαρτοπαιξία ο Πότης. Κι ανάθεμα αν είχε στο πορτοφόλι λεφτά. Τα ’παιζε μέχρι δραχμής, ελπίζοντας πως θα κερδίσει. Μα πιότερο έχανε και γύρναγε αργά τα μεσάνυχτα «ταπί και ψύχραιμος»!
 
Χτες βράδυ, παραμονή Πρωτοχρονιάς, όλη η φαμίλια βρισκόταν εκεί. Έφαγαν με όρεξη τα εδέσματα που με περισσή φροντίδα είχε ετοιμάσει η κυρά Μάρθα, ήπιαν το εκλεκτό κοκκινέλι, που είχε προμηθευτεί απ’ την ταβέρνα του μπάρμπα Σπύρου ο μαστρο-Πότης, έπαιξαν και λίγη κολιτσίνα «για το καλό του χρόνου» και γύρισαν τη σβούρα για το «πάρτα όλα», ενώ το ραδιόφωνο έπαιζε λαϊκά τραγούδια. Όταν το ξυπνητήρι πάνω στη σιφονιέρα έδειξε πως σε λίγα λεπτά θα αλλάξει ο χρόνος, όλοι σηκώθηκαν και συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ την βασιλόπιτα. Άρχισαν να μετρούν αντίστροφα και στις δώδεκα ακριβώς η γειτονιά βούιξε από τις ντουφεκιές και τα βαρελότα. Η κυρά Μάρθα αγκάλιασε με τη σειρά τα εγγόνια, τις νύφες, τα παιδιά και το σύζυγό της κι ευχήθηκε «Καλή χρονιά»!
 
Ο κυρ Πότης πήρε το μεγάλο πριονωτό κουζινομάχαιρο, σταύρωσε τρεις φορές τη βασιλόπιτα και την έκοψε σε ισομεγέθη κομμάτια. Το πρώτο για το Χριστό, το δεύτερο για την Παναγία, το τρίτο για τον Άγιο Βασίλειο, το τέταρτο για το σπίτι και ούτω καθεξής. Η κυρά Μάρθα σε κάθε κομμάτι αναρωτιότανε μήπως ήταν το τυχερό και είχε το φλουρί αλλά τα κομμάτια τελείωσαν και το φλουρί ήταν άφαντο! Κι όμως ήταν σίγουρη. Το φλουρί το έριξε με τα ίδια της τα χέρια μέσα στη ζύμη της πίτας. «Έτσι δεν είναι Πότη μου; Δεν με είδες που το ’βγαλα απ’ το κουτάκι του; Τι έγινε το φλουρί;».

Η απώλεια του φλουριού τους αναστάτωσε και τους χάλασε την Πρωτοχρονιά. Δεν πα να έλεγε η κυρά Μάρθα πως δεν πειράζει, αρκεί να μην το κατάπιε κανένας και τους βρει καμιά συμφορά. Έβλεπαν στο πρόσωπό της πόσο μεγάλη ήταν η λύπη της που χάθηκε μυστηριωδώς αυτό το οικογενειακό της κειμήλιο. Άσε που μέσα της το λογάριαζε ως γρουσουζιά κι ας μην το ’λεγε η δόλια η κυρά Μάρθα!
Ο μόνος που δεν έδειξε να ταράζεται ιδιαίτερα ήταν ο μαστρο-Πότης. Κάτι έγρουξε μέσα απ’ τα δόντια του, αλλά καθώς η φτιαξιά του ήταν τέτοια κανείς δεν του ’δωσε σημασία. Άλλωστε τα λόγια του ήταν πάντα λιγοστά. Πού να πάει το μυαλό τους πως αυτός ήταν ο υπαίτιος για το χαμένο φλουρί;

Πέρασαν χρόνια μέχρι να μάθει η κυρά Μάρθα τι συνέβη. Ήταν τότε που ο άντρας της αρρώστησε από βαριά πνευμονία και οι γιατροί τον είχαν σχεδόν ξεγραμμένο. Ένα βραδάκι που καθόταν στο πλάι του και του άλλαζε κομπρέσες στο πυρωμένο του μέτωπο, γύρισε και την κοίταξε γεμάτος ενοχή. Τα μάτια του γυάλιζαν απ’ τον πυρετό και η φωνή του έβγαινε κοφτή, ψιθυριστή απ’ τα στεγνωμένα χείλια του. «Ε, Μάρθα τι τραβάς και συ κοντά μου. Γυναίκα θέλω να σου ξομολογηθώ κάτι που με βαραίνει από καιρό. Θυμάσαι τότε που δε βρέθηκε το φλουρί στη βασιλόπιτα; Αχ μωρέ Μάρθα, συχώρα με, εγώ το πήρα! Χρώσταγα στα χαρτιά πολλά λεφτά κι έπρεπε να τα δώσω αλλιώς θα γινόμουνα ρεντίκολο! Σε παραφύλαξα κι όταν έφυγες για να ανάψεις το φούρνο, έψαξα το ζυμάρι και βρήκα το φλουρί. Το πήγα στον τοκογλύφο το Μανώλη και μου το εξαργύρωσε. Αχ μωρέ Μάρθα συχώρα με!».
 
Η Μάρθα άναυδη άκουγε την εξομολόγηση του άντρα της. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Ο άντρας της, η κολόνα του σπιτιού της, ο Πότης της που κάποτε τη γοήτευσε και την έκανε γυναίκα του να της φερθεί έτσι; Κι αυθόρμητα χωρίς να το καταλάβει βούτηξε την κομπρέσα και του την έφερε με δύναμη στο πρόσωπο! «Α να χαθείς Πότη παλιόμουτρο, χαρτοπαίχτη!».
                                                                                                        Γιάννης Μητράκος
 

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος