Δάσκαλος ήταν!

Ήταν το ’68, ήμουν νεοδιόριστος σε ορεινό μονοθέσιο της Λακωνίας με 7,50 ευρώ το μήνα σε δραχμές, μ’ ένα λερό...
Δευτέρα, 31 Ιανουάριος 2011 02:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Ήταν το ’68, ήμουν νεοδιόριστος σε ορεινό μονοθέσιο της Λακωνίας με 7,50 ευρώ το μήνα σε δραχμές, μ’ ένα λερό γιακά κατά κανόνα και μια μοναδική γραβάτα, με μια επανάσταση μέσα μου (στα είκοσι τρία μου και κάτι) και μια άλλη... έξω μου (εκείνη του Παπαδόπουλου και του Παττακού), μ’ ένα φόβο μην έλθει ξαφνικά ο… κύριος Επιθεωρητής και με πιάσει αδιάβαστο, με δεκαοχτώ όλους κι όλους μαθητές και μια μοναδική μαθήτρια στην Τετάρτη, τη Φρόσω, που συνεχώς είχε απορίες.

Ο Γενάρης προς το τέλος του, ώρα Θρησκευτικών και πάνω στη διήγηση -πώς το ’παθε το Φροσάκι μας- ψηλά το χέρι και... « έχω μια απορία»:
 - Τι δουλειά έκανε, κύριε, ο Χριστός; Αφού γύριζε στα χωριά με τους μαθητές...
Κύρ... κύρ... κύρ... βιαστικό κι επίμονο το «σπίρτο» από την Πέμπτη, ούτε που περίμενε να του δώσω το λόγο:
 - Ξυλουργός, μαζί με τον πατέρα του...

Νέος κι άπραγος, σάστισα προς στιγμή. Ήξερα βέβαια τη ζωή του Ιησού, –τα ’λεγε και το βιβλίο- μα κείνο το «γύριζε στα χωριά...» του κοριτσιού μ’ έβαλε μια στιγμή σε σκέψη. Είπα λοιπόν στα γρήγορα το γνωστό δασκαλίστικο και άκρως διφορούμενο «ωραία... ωραία...» και κει που νόμισα πως καταλάγιασε το πράγμα, ακούστηκε η φωνή από το τελευταίο θρανίο. Ο Κωστής, καλή του ώρα, δικηγόρος σήμερα πετυχημένος:
 - Δάσκαλος ήταν! Μου το ’πε ο παππούς μου!

Δέκα οχτώ ζευγάρια μάτια παιδικά καρφώθηκαν πάνω μου και με κοίταξαν αλλιώτικα, το ’νιωσα. Ζύγισα φευγαλέα το βλέμμα τους… που «μιλούσε». Όχι, δεν ήταν η απορία, για το «επάγγελμα» του Θεανθρώπου. Ήταν ο θαυμασμός προς τον... κύριό τους με τη φτηνογραβάτα. Δάσκαλος, σου λέει, ο ένας, δάσκαλος κι ο άλλος. Κοίτα τώρα μπέρδεμα. Ένας κόμπος ιδρώτα άρχισε να κατεβαίνει στ’ αυτί μου πίσω. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω.

Παρά την απειρία μου, βάλθηκα ν’ αποτρέψω την παιδική τους σκέψη από τον πειρασμό της «προσομοίωσης»! Τους είπα, πως Εκείνος είναι Θεός, είναι ο Μέγας Δάσκαλος του κόσμου που «δίδασκε τα πλήθη με τις παραβολές Του και δυο χιλιάδες χρόνια τώρα διδάσκει τους ανθρώπους με το Ευαγγέλιο»…

Ενώ «εμείς οι δάσκαλοι στα σχολεία είμαστε άνθρωποι, υπάλληλοι του κράτους…». Τους είπα ακόμη ότι δάσκαλοι δε λέγονται μόνο όσοι κάνουν μάθημα στην τάξη. Τους έφερα και παραδείγματα... Όμως… τα μάτια τους...

Μπήκαν, στο μεταξύ, κι οι άλλες τάξεις στην κουβέντα, κοντοζύγωνε και... των Τριών Ιεραρχών, «χαλάλι σου Φροσάκι που μας έφαγες την ώρα», πιάσαμε να μιλάμε και για τους Προστάτες των γραμμάτων, των δασκάλων και των μαθητών, που… «ήταν τόσο προχωρημένοι για την εποχή τους, ώστε, αντί να εχθρεύονται τον αρχαίο πολιτισμό, ως ειδωλολατρικό, τον σπούδασαν κι οι τρεις» και μέσα από τα ελληνικά γράμματα και τη φιλοσοφία πέρασαν την ηθική καλλιέργεια του Χριστιανισμού «κι έγιναν… Παιδαγωγοί της Οικουμένης»…
 - Δηλαδή… δάσκαλοι κι αυτοί -δεν έχασε καιρό η μοναχοκόρη της Τετάρτης- γι’ αυτό έχουμε την εικόνα τους πάνω από τον πίνακα;
Τι να πεις τώρα... Από δω το ’χε η Φρόσω, από κει το ’χε, συνάδελφο και με... τους Αγίους το δάσκαλό της!
 - Ναι, δάσκαλοι, αλλά όχι σε σχολεία. Δίδαξαν με το σοφό τους λόγο και διδάσκουν και σήμερα με τα βιβλία τους, με τα συγγράμματά τους. Εγώ είμαι ένας απλός...
 - Και πώς είναι άγιοι, αφού δεν τους έκαναν μαρτύρια;

Δε θυμάμαι τι απάντησα τότε στη μικρή «Απορία» -έτσι φωνάζανε τ’ άλλα παιδιά τη Φρόσω- της απαντώ όμως σήμερα, με την ευκαιρία της γιορτής Τους:
 - Γιατί άλλοι δώσανε το αίμα τους για το Χριστό κι άλλοι το πνεύμα τους! Και κάποτε το πνεύμα γίνεται πιο ακριβό κι από το αίμα... Έτσι έγινε με τους Τρεις Ιεράρχες.

Πήρε να βραδιάζει στο μεταξύ, δουλεύαμε και τ’ απόγευμα τότε, όρμησε με το σχόλασμα έξω το παιδολόϊ και μ’ άφησε στην έδρα μοναχό. Μοναχό, με μια «γεύση» στην ψυχή και κάτι σκέψεις στο μυαλό, που δεν τις είχα ξανακάνει:

«Μπορεί... με τρεις κι εξήντα, που λέει ο λόγος, μπορεί μ’ έξι τάξεις στο κεφάλι σου, μπορεί μακριά από τον κόσμο, μπορεί ζωή βουκολική με τους ξωμάχους του μικροχωριού. Το «γειά σου δάσκαλε» όμως; Που σου το λένε οι άλλοι, στην «καλημέρα», στη συνάντηση, που δε σε φωνάζουν πια με τ’ όνομά σου, που σου έχουν κι ένα σεβασμό γι αυτό που είσαι;

Κι η ετυμολογία του, που μας τη μάθανε στη Μαράσλειο… «δαίσκω - διάσκω - διδάσκω»;

Κι αφού... κι ο Χριστός κατά ένα τρόπο,… κι οι τρεις Ιεράρχες κι ο Πατροκοσμάς κι Εκείνοι του Γένους κι ο Σωκράτης κι ο Αριστοτέλης και τόσοι άλλοι απ’ τους παλιούς και τους μεγάλους των Γραμμάτων; Αφού... δάσκαλοι κι αυτοί; Μεγάλοι βέβαια όλοι, κι εγώ μπροστά τους ένα.. κάτι απ’ τις χιλιάδες… Δάσκαλος όμως! Κοίτα, φίλε μου, τα πιτσιρίκια… Μωρέ μπράβο Φρόσω!... Αυτό κι αν ήταν μάθημα»!

Έχουν περάσει σαράντα τρία χρόνια από τότε. Τι τα θυμήθηκα σήμερα όλα αυτά... Η νοσταλγία της απομαχίας. Κι η γιορτή… Αυτό είναι! Κάθε 30 του Γενάρη, από τη σύνταξη και μετά, στο τελευταίο στασίδι με τους Επιτρόπους, τιμητικά. Πουκάμισο και γραβάτα στην πέννα! Μπροστά μου η εκκλησία γεμάτη μαθητούδια και αρτοκλασίες. Και στα μάτια μου μια υγρασία...

Φταίει, λέτε, η αναδρομή στον... πρότερο βίο, ή εκείνη η... προσομοίωση μέσα στο βλέμμα των παιδιών του μονοθεσίου,... «όταν ήμουν δάσκαλος»;

Χρόνια πολλά, συνάδελφοι της Λακωνίας.
Σας ασπάζομαι όλους.
                                                                                                                              «Παρατατικός»
 

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος