«Ψωμί με ζάχαρη» του Δ. Ε. Κουκούτση

«Ψωμί με ζάχαρη» του Δ. Ε. Κουκούτση

Οικείος τόπος, οκείος χρόνος. Ο μικρόκοσμος της οδού Χαμαρέτου στη Σπάρτη. Αγκίδες που τρυπάνε τη μνήμη. Κάλλιστα η Χαμαρέτου θα μπορούσε να αντικατασταθεί με τη δική μου γειτονιά. Το σπίτι δίπλα σχεδόν στη Μαγουλίτσα· το χείμαρρο που ζούσαν τα παιχνίδια μας: το κυνήγι των γυρίνων που υπέφεραν για μέρες στο στενάχωρο κονσερβοκούτι που αποτελούσε μεγάλο εύρημα και ήγειρε φθόνο. Βατράχια, τζιτζίκια και φίδια ανάμεσα στις λυγαριές που τ’ αγόρια επιδεικτικά κουνούσαν μπροστά μου έως ότου λιποθυμήσω. Κι αφού διαπίστωναν από την πρώτη λιποθυμιά ότι δεν πέθανα, δεν έπαυαν να με τρομάζουν. Συνέχισα να συμμετέχω. Πώς ν’ αρνηθείς τα παιχνίδια στο λαγαριστό νερό – εννοείται ότι πίναμε νερό απ’ το ποτάμι – με τις κάτασπρες κροκάλες που όσο και να τις παιδεύαμε το νερό δεν έλεγε να θολώσει. Ακόμη η βουή της κατεβασιάς που με ξυπνάει φοβισμένη μού ακούγεται κάθε φθινόπωρο κι ας είναι πια λειψό το νερό στο ποτάμι. Και τρομάζω τώρα ακόμη περισσότερο με τη διοργάνωση του αγώνα μας. Ξεκίνημα λίγο νωρίτερα για το σχολείο και όλοι μπρούμυτα πεσμένοι στο γεφύρι: Νικητής όποιος άγγιζε με το χέρι του το θολό νερό. Ύστερος ο φόβος για το πώς γλυτώσαμε τον πνιγμό. 

Και δίπλα το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου· όχι ο υπερφίαλος σημερινός ναός. Το εκκλησάκι με το στεγασμένο με καμάρες υπόστεγο και τις «αναγεννησιακές» του αγιογραφίες, μακράν από το φόβο της ενοχής και της αμαρτίας, ενθάρρυνε τους εφηβικούς μας έρωτες που προστάτευε το παρακείμενο δασάκι με τα πεύκα. Πώς χάλασε η γειτονιά; Πώς ασχήμυνε η Σπάρτη; Πώς ερήμωσε η γειτονιά … είκοσι τέσσερα παιδιά στη γειτονιά, όσα και τα γράμματα της αλφαβήτας λογαριάζαμε, για να μην ξαναμετριόμαστε. 

Τώρα που ξαναδιαβάζω τα ποιήματα του Δ. Ε. Κουκούτση «Ψωμί με ζάχαρη» (Ενδυμίων, 2021) διαπιστώνω τη διαφορά στο σκηνικό. Η Χαμαρέτου αποτυπώνεται σαν … περισσότερο πόλη. Εμείς είμαστε η εξοχή της. Δεν μας έβλεπε η πλατεία, μας έμοιαζε μακριά· ούτε οι δρόμοι της πόλης. Τι να κάνεις χωρίς ποτάμια, βαρικά, ποδήλατα και έφοδο στους μπαξέδες για να κλέψεις πορτοκάλια· κι ας είχε ο καθένας μας στον κήπο του τα δικά του.

Η συλλογή του Δ. Ε. Κουκούτση με τον τίτλο «Ψωμί και ζάχαρη» αποτελείται από δύο μέρη: το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τριάντα τέσσερα αριθμημένα ποιήματα. Ακολουθούν δύο «Υστερόγραφα»· το πρώτο για την Πλαζ του Ματάλα, τότε που την γέμιζε καθαρό νερό ο Ευρώτας. Και το δεύτερο, είναι αφιερωμένο στον θερινό κινηματογράφο που επιτρέψαμε να χαθεί, στο «Σινέ Ρόδον». Το δεύτερο μέρος της συλλογής τιτλοφορείται «Χαμαρέτου 145-Επιλεγόμενα» κι όλα τα ποιήματα φέρουν τίτλους δηλωτικούς του περιεχομένου τους. Ο τίτλος του τελευταίου ποιήματος «Ψωμί με ζάχαρη» ονοματίζει και το βιβλίο. Τυπωμένο σε πολυτονικό, με συν-κινητικό εξώφυλλο με τη φωτογραφία της μητέρας του ποιητή.

Οδός Χαμαρέτου, «σπιτάκια κεντημένα στ’ ανηφόρι», κι απ’ τα παράθυρά τους να τρυπώνει μέσα ο Ταϋγετος και ο Ευρώτας. «Απ’ το ποδάρι άρπαζε τους γονιούς η βιοπάλη»· αχάραγα στο δρόμο επέστρεφαν το σούρουπο «ξεπατομένοι». Η μυρουδιά από χώμα που άφηνε ο καταβρεχτήρας του Δήμου, ο Καραγκιόζης και κάθε τόσο ένα «αντίο» για την ξενιτιά. Ένας φακός που ξεμονιάζει σκηνές για να τις καταγράψει με δάσκαλο την «Οδό ονείρων» κι εκείνη τη Σκιαθίτικη του Παπαδιαμάντη.

Η μετεμφυλιακή Ελλάδα, χωρισμένη στα δυο. Η πολιτική ανέλιξη των ανίκανων και ανήθικων εκλεγμένων από αντίστοιχους ψηφοφόρους «Ποιος το περίμενε / τέτοιο κούτσουρο / να βγάζει τόσο καπνό!». Οι δάσκαλοι «σε τσάκιζαν για ψύλλου πήδημα / άμα κράταγε απ’ αλλού η σκούφια σου». Το ποδόσφαιρο με τη μπάλα που «κλατάριζε στο ελάχιστο τριβόλι»· κι οι Ολυμπιακοί που, αντί για ζάχαρη, κοκκίνιζαν τη φέτα του ψωμιού τους με τον πελτέ. Οι χρωματιστές μπουγάδες να απλώνονται από σχοινί σε σχοινί και στο ραδιόφωνο να αφιερώνονται τα λαϊκά. Η λαϊκή πίστη με την παπαδιαμαντική, κατανυκτική αγραμματοσύνη του «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω ανοιχτός». Χαρταετοί και αερόστατα, επιτάφιοι και πασχαλιές, ο Χριστός μαζί με τον Άδωνι. Η αντιπαροχή «Άνεμος ιλουστρασιόν· εθέριζε» και τα σπίτια κολλημένα και ψηλωμένα αλλά ο «πλησίον ξένος»· σπίτια με μεγάλη νύχτα και τη βροχή να μην σταματάει. Η Φαλκονέρα, το χρηματιστήριο κι οι φούσκες να ροκανάνε τη βιοπάλη. 

Ο δρόμος των θαυμάτων: «Ο τυροπιτάς ο γιαουρτάς ο παγωτάς / με τα ματζούνια του ο μπαρμπα-Βαγγέλας»· η περιβόητη Πηνελόπη· μαγικά και ξεματιάσματα. Τα προικιά στην καρότσα του ανοιχτού φορτηγού για να τα βλέπει ο κόσμος. Το ίδιο φανερά και τα ξόδια. Κεριά να γλυκαίνουν τους προσφιλείς νεκρούς στα κοιμητήρια. Στρωματσάδες στις ολονυχτίες της Φανερωμένης. Τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα, τα αγγίγματα και τα παντελόνια να φουσκώνουν. Ο σεβασμός στην ενανθρωπισμένη φύση, ή ένθεη καλύτερα. Ο παππούς στο «άτσαλο» πριόνι του εγγονού: «δεν το λυπήθηκες μωρέ; μήτε την πρώτη τη μικρή / δεν πρόκαμε να βγάλει».
Τούτη η παλιά γειτονιά των μικρών θαυμάτων δεν υπάρχει πια, αλλά:

Στις καρδιές των ανθρώπων υπάρχει ακόμη
η γειτονιά
Μερικές φορές κατεβαίνει
ο ουρανός
και κρούει σα μουσαφίρης
τις θύρες των χαμηλών σπιτιών

Και στην ασχήμια αντίδοτο η «στοχαστική» ροδιά και το φεγγάρι. Μια ποίηση λυρική που ακουμπάει τα φυτά, τα ζώα, τον άνθρωπο· άψυχα και έμψυχα με κατανόηση και αγάπη. Ακόμη και η σκληράδα, με αφημένα τα σημάδια της σχεδόν παντού, θωπεύεται με το χαμόγελο της συγχώρησης. Συναισθήματα βαθιά, έντονα με συγκρατημένη την έκφρασή τους. Όχι γιατί υπάρχει ο ενδοιασμός της εξομολόγησης, αλλά είναι εκεί η αιδώς που θέτει το μέτρο σε τέτοιου είδους ξεγυμνώματα. Είναι εκείνη η ροδιά «ένα φίλεμα για το δρόμο» και «τα νυχτοπερπατήματα του σαλιγκαριού» που οριοθετούν τα δέοντα.
  Κι ας περισσεύει η σάτιρα και η αθυροστομία που ενδέχεται να παρεξηγηθεί. Αλλά δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο τρυφερός μανδύας που κρυφομιλάει με τα πολλά και ποικίλα, βιωμένα, συναισθήματα για εκείνους τους κατοίκους της οδού των ονείρων με τις λυπημένες ελπίδες:  Τον Μακρονησιώτη Παναγή που μουρμούριζε στην περιφορά του επιτάφιου: «Μύτες γαμψές, τζέπες βαθιές». Και κείνο το παιδί, τον φανατικό Ολυμπιακό, που «Με το ζόρι συλλαβίζοντας» το όνομα του ημίθεου «Γου.ι.ο.υ.του..σου.ος» θα λύσει την απορία ξαναδιαβάζοντας μεγάλος: «Το ’χα λησμονημένο μέχρι, χρόνια μετά, πέφτοντας τυχαία / στο χέρια μου η εν λόγω φωτογραφία πρόσεξα / τον δαίμονα της λινοτυπίας να ’χει / το γάμα κολλημένο με το γιώτα». Κι εκείνος ο μπαρμπα Νικολής της Μεσαϊτονιάς που «τίμησε όνομα και ιδιότητα· / το πάλαι αγροφύλακας, τώρα ησυχοφύλακας». Κι η λιγωμένη Ευφροσύνη με το «Μανάβη, μ’ ανάβεις!!» και τόσοι άλλοι.

Μια ποίηση ειλικρινής και απροσποίητη, χωρίς επιδιώξεις και επιδείξεις εντυπωσιασμού, που ο συγγραφέας της κατέχει και τις τρεις συνδηλώσεις της - την πολιτικοκοινωνική, τη σατιρική και τη λυρική – πώς να τις ανακατεύει με τη δική του, μυστική, δοσολογία και να στήνει μπροστά μας ζωντανά, ευαίσθητα, με τις χαρμολύπες της, τις όλο προσδοκίες, εκείνη την πολλά υποσχόμενη δεκαετία του ’60. Απόμεινε η νοσταλγία, η πικρία της διάψευσης, ένα σφίξιμο που μοιάζει μ’ εκείνο του έρωτα για τη χαμένη αθωότητα της παιδικής ηλικίας.

Το «Ψωμί και ζάχαρη» - και ποιος από μας δεν γευόταν ως ολύμπια τη γεύση του – καταγράφει με μια ιδιαίτερη ευαισθησία τα μικρά και ταπεινά ενός δρόμου και επιτυγχάνει στα λίγα τετραγωνικά του να κλείσει όλη την Ελλάδα· μιας εποχής που φαίνονταν το μικρό χωματένιο δρομάκι να υπόσχεται ανοιχτούς ορίζοντες. Κάπου χάθηκε ο προσανατολισμός, πέσαμε σε βάτα κι ακόμα δεν λέμε να ξεμπλέξουμε. 

Ο Δ. Ε. Κουκούτσης, κι ας ματώνουν τα χέρια του, τα ξανοίγει. Και μέσα από τ’ ανοίγματα, μαζί με το παρελθόν που νοσταλγούμε, βλέπουμε – μας δείχνει – το παρόν που μπορούμε, αν θελήσουμε, να το κάνουμε καλύτερο για εκείνο το παιδί που κάπως ανάλογα θα καταγράψει τον δικό του δρόμο στο μέλλον:

Απίστευτο που φτάσαμε μέχρις εδώ
της ρωμιοσύνης θηλάζοντας τον κόρφο
πώς ροβολάμε οι τουρκόγυφτοι
και μοιραζόμαστε από το καλάθι του καημού
 τα κόλλυβα της πιο μικρής αθανασίας

 

Γεωργία Κακούρου Χρόνη

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland