Από το θησαυρό της γλώσσας μας: Λέξεις που χάνονται

Παρασκευή, 20 Μάρτιος 2020 21:01 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Λάθος κάνουμε που μαλώνουμε για τη γλώσσα μας, την αρχαία, την καθαρεύουσα, τη δημοτική, ενώ αυτή είναι μια, ενιαία και αδιαίρετη μ’ όλες τις μεταβολές που υπέστη στο διάβα της μακρόχρονης πορείας της κι όλους τους ιδιωματισμούς της. Ο απλός άνθρωπος, ο ολιγογράμματος, ακόμη και αγράμματος του χωριού, που δεν ξέρει καθαρεύουσα, δημοτική, γραμματικές, πτώσεις, εγκλίσεις, φωνές κλπ. δεν κάνει ποτέ λάθος. ʺΜα, κάνει λάθος ο χωριάτης;ʺ μου είπε κάποτε ένας φίλος παπάς και είχε απόλυτο δίκιο.

Και ούτε θέλω να ακούω για ιδιωματικές τάχα λέξεις. Ύστερα από έρευνα πολλών ετών έχω πειστεί ότι λέξεις που τις λέμε ιδιωματικές κατεβαίνουν από τη βαθειά αρχαιότητα σ’ οποιοδήποτε ιδίωμα κι αν συναντώνται. Τις λέμε δε ιδιωματικές γιατί δεν τις ξέρουμε. Ακούς τον Δωδεκανήσιο και λέει:

Ποιανάς πηγής πίνεις νερό και πού δροσολογάσαι
τίνος βασιλικού κλωνί μυρίζεις και κοιμάσαι

και λέμε το ʺποιανάςʺ λάθος, ιδιωματική λέξη, ακόμα και το ʺκλωνίʺ και το ʺδροσολογάσαιʺ. Και όμως αυτό το ʺποιανάςʺ είναι δωρικό αντί ποιανής. Ή τη γάτα στα Δωδεκάνησα και την Κρήτη την έλεγαν και τη λένε κάττα, τον γάτο κάττη, το γατάκι καττάκι και το ταυ ακουγόταν διπλό. Και ενώ λάθος το λογαριάζαμε ή ιδιωματικό, δεν είναι καθόλου. Αρκεί να ανοίξει κανείς ένα λεξικό της αρχαίας και βλέπει ότι η κάττα με δύο ταυ πάλι, είναι η γάτα, η γαλή. Και παλαιότερα έγραφαν τη γάτα με δύο ταυ. Τα δε κ και γ ως γράμματα ανήκουν στην ίδια φωνητική κατηγορία (ουρανικά).

Και εκτός των άλλων πολλών αρετών της η ελληνική είναι γλώσσα ακούραστη. Η ιταλική για παράδειγμα καίτοι μουσική γλώσσα σε κουράζει, γιατί είναι έντονη. Κι αν ακούς Ιταλούς να μιλούν μια-δυο ώρες δεν αντέχεις, σου παίρνουν το μυαλό. Η ελληνική όμως είναι απαλή και ακούραστη.

Αλήθεια ποιός λαός στον κόσμο είναι τόσο τυχερός νά ’χει τέτοια γλώσσα, τέτοια ποίηση, τέτοια μουσική! Που και μαχαιρωμένος να είσαι στην καρδιά, όταν ακούς ένα τραγούδι θέλεις να σηκωθείς να χορέψεις. Κι αυτά στο κομματάκι αυτό της γης με τον ήλιο, τη θάλασσα, το φως, τον άνεμο… Και κλαίω σαν βλέπω πού καταντήσαμε τη γλώσσα μας, πού κατάντησε η νεολαία μας με τα τατουάζ, τα σκουλαρίκια και τα άλλα. Είναι να τους λυπάσαι τους νέους που κάθονται στις καφετέριες απ’ το πρωί ως το βράδυ. Τί συζητάνε τόσες ώρες; Να είμαστε σ’ έναν ιδανικό κόσμο, ένα ιδανικό μέρος, σε κόσμο μαγικό, σ’ ένα όνειρο και να μην ξέρουμε τί κάνουμε. Και οι γονείς και τα σχολεία έχουν μπει σε ένα τέλμα. Γεμίσαμε τα παιδιά με αρρωστημένες σκέψεις. Ακούς κάτι έννοιες και τρομάζεις. Κάτι χειρότερο από καρκίνος. Και όλον τον πλούτο και την αισθητική της γλώσσα μας τα πετάξαμε.

Με τον βοριάν εμάλωσα με το νοτιά μανίζω
γιατί σκορπίσαν τ’ άρωμα του ρόδου που μυρίζω.

Αλήθεια έχει πιο μεγάλη φιλοσοφία; (μανίζω, μάνιτα, μανία, μαίνομαι, μαινάδες, μήνις… και χίλια άλλα). Ζωγραφιά, συναισθήματα. Αλλιώτικο πλάσμα ο ποιητής!

Όμως για ιδιωματικές λέξεις λέγαμε, που δεν είναι ιδιωματικές και ξεστρατίσαμε. Ας επανέλθουμε λοιπόν και από τις χιλιάδες μέσα, σήμερα ας σκύψουμε να πιάσουμε δύο μόνο τέτοιες λέξεις. Και ας αρχίσουμε με κάτι που μοιάζει ανέκδοτο, σας βεβαιώ όμως ότι είναι πέρα πέρα αληθινό.

Πριν κάμποσα χρόνια πήγε ένα παλληκάρι στο στρατό. Μια μέρα εκεί που ο λοχαγός είχε βάλει τους στρατιώτες στη γραμμή και ρωτούσε διάφορα, ρώτησε και έναν ποιά είναι η δουλειά του. Με τί δηλαδή ησχολείτο στον ιδιωτικό του βίο. Και ο στρατιώτης στη γλώσσα του χωριού του είπε: ʺΤα ζα ξανώ κυρ λοχαγέʺ.

Ακούγοντας την απάντηση ο λοχαγός κι επειδή δεν κατάλαβε τί είπε ο στρατιώτης ξαναρώτησε ʺδηλαδή παιδί μου;ʺ Και ο φαντάρος επανέλαβε το ίδιο. Τα ζα ξανώ. Αντιλαμβανόμενος δε άλλος στρατιώτης, συγχωριανός του πρώτου ότι δεν υπήρχε πεδίο συνεννόησης είπε: ʺΝα σε πω ’γώ κυρ λοχαγέʺ, και αφού ο λοχαγός του έδωσε άδεια διερμηνέα ο στρατιώτης ερμηνεύοντας τη φράση του συναδέλφου του είπε: ʺΑηλιές βαϊλίζειʺ.

Καταλαβαίνετε τί έγινε. Εκεί που ο λοχαγός είπε ʺδόξα σοι ο Θεόςʺ θα καταλάβω επιτέλους, θα με διαφωτίσει τούτος, με την απάντηση του δεύτερου έμεινε σύξυλος. Τούρθε να ξηλώσει τα γαλόνια του.

Εδώ τελειώνει το ανέκδοτο. Ας δούμε όμως και μεις τί δουλειά έκανε ο στρατιώτης στον ιδιωτικό του βίο. Τί εννοούσε με τη φράση ʺτα ζα ξανώʺ και τί είπε ο άλλος με το ʺαηλιές βαϊλίζειʺ. (Προφανώς οι στρατιώτες ήσαν και οι δύο από κάποιο χωριό της Κρήτης ή της Δωδεκανήσου). Ας πάμε λοιπόν να ξεκλειδώσουμε τις φράσεις τους.

Έτσι το ʺτα ζα ξανώʺ, τα ζα και οζά που λένε στην Κρήτη και σ’ άλλα νησιά και ζα παντού στην Ελλάδα είναι τα ζώα. Η δυσκολία για το ασυνήθιστο του πράγματος είναι στο ρήμα ξανώ. Που εδώ είναι αντί ξανοίγω και σημαίνει βλέπω, παρατηρώ. (Ξανοίγω > ξανώ κατ’ αποκοπήν). Και καταφανώς είναι το αρχαίο ἐξ-ανοίγω = ανοίγω διάπλατα τα μάτια μου, παρατηρώ επισταμένως, προσέχω, κυττάζω. Και στο τραγούδι της Καρπάθου η ʺσυκοφαντημένηʺ ακούμε το στίχο ʺξανοίγει ’δω ξανοίγει ’κει, τίποτε εν εθώρει / μόνο πουλιά απού πετού σ’ ένα βαθύ λαγκάι.ʺ και στο Κερκυραϊκό ʺ… δεν είδα την αγάπη μου νερό να πάει να φέρει / μα ψες αργά την ξάνοιξα σαν τ’ άστρι κατεβαίνει …ʺ. Και ʺκανένας δεν την ξάνοιξε πού ’χε χρυσό γαϊτάνιʺ. Και όλη η φράση του στρατιώτη σημαίνει ότι πρόσεχε, έβοσκε, κύτταζε τα ζώα τους. Ήταν δηλαδή κτηνοτρόφος.

Ο λοχαγός όμως δεν κατάλαβε και ανέλαβε το άλλο σαΐνι να τον διαφωτίσει που είπε ʺαηλιές βαϊλίζειʺ, κι εδώ τα πράγματα παρουσιάζουν ενδιαφέρον.

Οι αηλιές, αηλέ, αελιά και αελάδα είναι η αγελάδα. (Ἀγελάς > ἀγέλη με σίγηση του μεσοφωνικού γ και κατάληξη -άδα). Όσο για το βαϊλίζει (αηλιές βαϊλίζει), ο βαΐουλος στα αρχαία ελληνικά είναι ο παιδαγωγός, ο οδηγός της γυμναστικής. Έτσι ο στρατιώτης ήταν βοσκός αγελάδων. Βοϊδολάτης που έλεγαν στη Γορτυνία. (Και ο βοϊδολάτης είναι ωραία λέξη. Βόδια + ελαύνω).

Ακόμα σημειώνουμε ότι αργότερα, κατά τον Μεσαίωνα έχουμε τη λέξη βάιλας και βάιλος και βάγιλος που ήταν ο παιδαγωγός, ο αντιπρόσωπος, ο πληρεξούσιος. Όπως και νά ’χει λοιπόν ο στρατιώτης στον ιδιωτικό του βίο ήταν κτηνοτρόφος και οι δύο δε έλεγαν το ίδιο πράγμα.


Η δεύτερη λέξη που θα μας απασχολήσει είναι το ρήμα βαβίζω, που έλεγαν οι παλαιότεροι άνθρωποι στη Γορτυνία και αλλού και σήμαινε γαυγίζω, την οποίαν λημματογραφεί ο Θ. Κ. Τρουπής στο ιδιωματικό γλωσσάρι του χωριού Σέρβου Γορτυνίας (περιοδικό ΜΟΡΙΑΣ Ιούλιος-Αυγουστος-Σεπτέμβριος 2003, τεύχος 67ο). Το οποίο βεβαίως δεν είναι μόνο του χωριού Σέρβου αλλά εξακτινώνεται σ’ ολόκληρη την επαρχία και πέραν αυτής. Ο ίδιος δε χρησιμοποιεί ως παράδειγμα: ʺΆστηνε να βαβίζει σα λυσσάρικο σκυλί, έχει όρεξηʺ.

Επίσης τη λέξη περιλαμβάνει και ο Ιωάννης Νικολακόπουλος στο ΜΑ κεφάλαιο (Λεξιλόγιο του χωριού) του βιβλίου του ʺΗ Αετορράχη Αρκαδίαςʺ (τόμος Β Λαογραφία σελ. 360), όπου γράφει: Βαβίζω = γαυγίζω (από το βαβ βαβ), θεωρεί δηλαδή τη λέξη ηχομιμητική. Το ίδιο γράφουν και άλλοι λημματογράφοι – ερανιστές ιδιωματικών λέξεων.

Η λέξη που ο Νικολακόπουλος θεωρεί ηχομιμητική από το βαβ βαβ με έβαλε σε σκέψεις, αφού ο σκύλος κάνει γαβ γαβ μάλλον και όχι βαβ. Ύστερα υπηρέτησα και έξι χρόνια στην πόλη της Ρόδου και στα χωριά του νησιού, όπου έλεγαν όχι γαυγίζει αλλά βάσσει ο σκύλος και μάλιστα το σίγμα παχύ, ακουγόταν δηλαδή διπλό καθαρά.

Αν τώρα ανατρέξουμε σε ένα λεξικό της αρχαίας ελληνικής θα βρούμε το ρήμα βάζω, μέλλων βάξω, αόριστος ἔβαξα, που σημαίνει ομιλώ, λέγω και το χρησιμοποιεί ο Όμηρος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, ο δε Αισχύλος γράφει ʺχαλεποῖς βάζειν ἐπέεσιʺ δηλαδή μιλώ με λόγια τραχιά, φωνάζω, αλυχτώ.

Βάζει λοιπόν ο σκύλος, που εύκολα γίνεται βάσσει, σημαίνει φωνάζει δυνατά, γαυγίζει. Στη Δωδεκάνησο μάλιστα έλεγαν ʺέβαξε το μωρόʺ = έκλαψε δυνατά, που το λέγαμε κι εμείς στα ορεινά χωριά της Γορτυνίας και σήμαινε πως το μωρό έσκασε στο κλάμα, πλάνταξε.

Από το λεξικό των Κωακών ιδιωμάτων – συμβολή στη συγκριτική μελέτη των ιδιωμάτων της Κω του Μιχ. Σκανδαλίδη αντλώ ότι στη Ρόδο το γαυγίζω το έλεγαν βάσσω ή βάζω, στο Καστελόριζο και στη Σύμη βάσσω, στην Κάρπαθο βάντζω και βάζω ή μπάζω. (Το μπάζω στο Ρέθυμνο της Κρήτης σημαίνει πολυλογώ, φλυαρώ. ʺΔεν κουράστηκες να μπάζεις; Σώπα μπλιόʺ). Το βάζω με τη σημασία του φωνάζω, κραυγάζω, γαυγίζω, φλυαρώ, παράγω ήχο ή βοή για τα δέντρα, το αναφέρει και ο Ξανθινάκης στο ιδιωματικό λεξικό της Δυτικής Κρήτης.

Αυτό το βάζω τώρα, βάσσω > βάζω > μπάζω, που είπαμε τί σημαίνει, με αναδιπλασιασμό γίνεται βαβάζω, ρήμα που περιλαμβάνει στο λεξικό του ο Ησύχιος και δεν είναι άλλο από εκείνο που εμείς στη Γορτυνία λέμε βαβίζω = γαυγίζω, αλυχτώ. Η σχέση τώρα του βάσσω > βάζω > βαβάζω > βαβίζω κατά τον Αγαπητό Τσοπανάκη είναι στενή, γιατί από τα δύο ρήματα καταλήγουμε και φωνητικά και σημασιολογικά στο ίδιο αποτέλεσμα.

Αυτό τώρα το βαβάζω (βαβίζω) οδηγεί στο βαβαί και στο βάρβαρος. Κι αν θέλουμε να πάμε και πιο πέρα θα βρούμε το βασσαρεύς, που ήταν επίθετο του Βάκχου και σχετίζεται με τη λατρεία του Διονύσου και τα εκεί τελούμενα με φωνασκίες. Βασσαρέω δε σημαίνει βακχεύω, ενώ βασσάρα είναι η αναιδής γυναίκα, η φωνακλού, η πόρνη. ʺΆστηνε να βαβίζει σα λυσσάρικο σκυλί, έχει όρεξηʺ, πόσο εύστοχο το παράδειγμα του Θ. Κ. Τρουπή που μνημονεύσαμε ήδη, παρμένο από την καθημερινή ζωή. Ακόμα βασσάρα στη Θράκη είναι η αλεπού και τούτο διότι τα φορέματα των Βάκχων κατά την αρχαιότητα ήσαν από δέρματα αλωπεκών.

Θα κλείσω λέγοντας ότι και η ίδια η ετυμολογία κάποτε ωχριά μπροστά σ’ αυτό που νιώθεις μέσα στην ψυχή σου αναλύοντας, βλέποντας από κοντά μια λέξη με τα παρακλάδια, τις μορφές της. Δείτε για παράδειγμα τη λέξη ζωοδότρα γη. Αυτό που ο Όμηρος λέει ζείδωρος ἄρουρα και σκεφθείτε τί δίδει η γη. Το σιτάρι με τις ποικιλίες του και όλα τα άλλα είδη. Η γη είναι που μετράει, που παρέχει ζωή, αέρα, τα πάντα. Η περικαλλής. (Η περί όπου πέσει κάνει τη λέξη πενήντα και εκατό φορές πιο καλή).

Και χιλιάδες τέτοιες λέξεις στον Όμηρο ώστε τρελαίνεσαι. Κι αυτά είναι που πλουτίζουν την ψυχή του ανθρώπου. Άλλωστε οι λέξεις φτιάξανε και το μυαλό του. Αυτές εκλεπτύνουν, μεγαλύνουν την ψυχή. Και τούτο πιστεύω είναι μόρφωση. Και όμως αυτή τη γλώσσα εμείς, τόσο ταπεινοί, καταφέραμε και την ταπεινώσαμε, τη μειώσαμε, την ευτελίσαμε. Τη μοναδική γλώσσα στον κόσμο την τόσο πλούσια, δυνατή, όμορφη και μεγαλειώδη με τις τόσο βαθειές της ρίζες. Γιατί τί γλώσσα έχουν οι Άγγλοι, οι Ισπανοί, οι Τούρκοι; Και το κακό συνεχίζεται. Οι γλωσσολόγοι και άλλοι ʺειδικοί επιστήμονεςʺ μιλάνε και προτείνουν συνεχώς απλουστεύσεις και καταντήσαμε τη γλώσσα μας αγνώριστη, άμουση, άπνευστη, νεκρή. Τη γλώσσα αυτού του λαού που είναι γεμάτος τραγούδια και τραγουδά όπως στη φύση τα πουλιά. Που τα πάντα τα έντυσε με μουσική.

Και στους ʺειδικούς επιστήμονεςʺ θέλω να πω: Λίγος εγωισμός δεν υπάρχει; Γιατί την κάνατε έτσι τη γλώσσα μας; Όλα να τα αλλάξετε, όλα να τα αλλοιώσετε, τη γλώσσα όμως γιατί τη διασύρετε, τη βιάζετε, την κακοποιείτε. Σε λίγο δεν θα μιλάμε καν ελληνικά. Δείτε τους τηλεοπτικούς σταθμούς, τις πινακίδες των καταστημάτων, τους αθλητικούς όρους, τη μόδα, παντού γύρω, χωρίς το Υπουργείο Παιδείας να κάνει κάτι για τη σωτηρία της.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα