Απ’ τα Χριστούγεννα και τα Φώτα στην Υπαπαντή του Κυρίου μας

Σάββατο, 01 Φεβρουάριος 2020 07:13 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Φίλοι μου αναγνώστες σας εύχομαι, κάπως καθυστερημένα, να έχετε εφέτος μια καλλίτερη χρονιά. Αργοπόρησα κάπως να επικοινωνήσω μαζί σας διότι με απασχόλησε τις ημέρες των εορτών ένα σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα. Την Κυριακή προ των Χριστουγέννων 22/12/19, η συμβία μου Νανά ασθένησε με φρικτούς πόνους στην κεφαλή της. Ο παθολόγος οικογενειακός γιατρός μας κ. Παπαδόπουλος, έκανε τις σχετικές εξετάσεις του και με τις σωστές διαγνώσεις του, την μεταφέραμε επειγόντως στην Αθήνα για χειρουργική επέμβαση στο Νοσοκομείο Γεννηματά. Επρόκειτο για ανευρύσματα στα αγγεία της του εγκεφάλου και την χειρούργησε επιτυχώς ο Καθηγητής από τον τόπο μας κ. Γεωργακούλιας.

Τις πρώτες ημέρες είχε την υποστήριξη του επιστημονικού και νοσηλευτικού προσωπικού του Νοσοκομείου, την συμπαράσταση τη δική μου και των τριών παιδιών μας. Τώρα ευρίσκεται στο σπίτι του γιού μας Γιώργου, όπου την προσέχει και η πεθερά του που ήλθε επειγόντως από Ξάνθη. Ελπίζουμε ότι όλα θα πάνε καλά, αλλά πρέπει να έχουμε υπομονή, στην πάθησή της αυτή. Απαιτείται χρόνος για να επανέλθει στα φυσιολογικά της. Παραμένει στην Αθήνα για απαραίτητες ακόμα ιατρικές εξετάσεις. Εγώ επανήλθα στη Σπάρτη γιατί έχουμε αφήσει εκκρεμότητες στο σπίτι φεύγοντας απρόβλεπτα. Η Νανά βρίσκεται σε καλά χέρια και επικοινωνούμε τηλεφωνικώς.

Η ζωή μας συνεχίζεται, όπως γράφω και σε προηγούμενο κείμενό μου και είναι και τα καλά δεχούμενα και τα κακά δεχούμενα. Ξεφυλλίζω και το ημερολόγιο της ΙΜΜΣ που μου έστειλε ο παπα-Γιώργης που ευχαριστώ και είναι αφιερωμένο στην γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Την ημέρα των Φώτων ξεκίνησα να γράφω αυτό το κείμενό μου, όταν ακόμα η συμβία μου στο νοσοκομείο ήτανε σε άσχημη κατάσταση και εκεί ευχήθηκα να τους φωτίσει ο Θεός να την κάνουν καλά. Να φωτίσει κι’ εμένα να γράψω τα πρεπούμενα.

Διάβασα πολλές παραγράφους του ημερολογίου αυτού που περιγράφουν τους διωγμούς και ταπεινώσεις που υπέστησαν οι Έλληνες του Πόντου από τους γείτονές μας Τούρκους. Και σήμερα ξανά-μανά μας απειλεί ο Ερντογάν σαν Έθνος και έχει με τα καμώματά του αναστατώσει όλη την περιοχή με τις επεμβάσεις του. Σήμερα έχουμε και τη διάσκεψη του Βερολίνου και τον βλέπω να πρωτοστατεί και να μας απειλεί.

Στις δύσκολες αυτές καταστάσεις επιστρέφω στα παιδικά μου βιώματα της κατοχής από τους Γερμανούς. Ένα απ’ αυτά ήτανε που οι αντάρτες συγκεντρώθηκαν στην Τρύπη με τον Καραμούζη νομίζω Καπετάνιο και τη νύχτα κτύπησαν τον Μυστρά, με ότι συνέπειες έχουν πάντα αυτές οι εχθροπραξίες. Την επομένη Γερμανοί και ταγματασφαλίτες εξέδραμαν κατά του χωριού μας. Σκότωναν και κατέστρεφαν ότι έβλεπαν μπροστά τους. Τα σπίτια μας τα έκαιγαν. Η μητέρα μας έφυγε μόνη της απ’ τον κρυψώνα μας και οδηγήθηκε στα σπίτια μας. Δεν φοβήθηκε τη μανία των ενόπλων επιδρομέων. Έπαιρνε νερό από τη βρύση, κάτω στο δρόμο και με έναν κουβά γεμάτο ανέβαινε τις σκόλες να τα σβήσει. Οι περαστικοί ένοπλοι, όταν την έβλεπαν, έχυναν το νερό πάνω της και τη βάραγαν. Έτρεχαν μετά γιατί είχαν πολλά σπίτια να κάψουν, στη γειτονιά μας.

Πέρασε κι’ ένας αξιωματικός, του έκανε εντύπωση που μια γυναίκα μόνη δεν τους φοβάται. Ανέβηκε στο σπίτι μας, στη σάλα που καιγότανε, είδε τις μεγάλες φωτογραφίες του Βενιζέλου, του παππού μας Αντρέα με τη φουστανέλα, τον άλλον παππού Νικόλα με τα παράσημα στο στήθος από τη μάχη στο Μπιζάνι με το Βασιλιά. Διέταξε τους εμπρηστές να σβήσουν το σπίτι αυτό, για το άλλο δεν έδωσε σημασία. Η μητέρα μας συνέχισε να κουβαλάει νερό γι’ αυτό πια, με τις λίγες δυνάμεις που της είχαν απομείνει πλέον.

Κατά το απόγευμα έφυγαν οι επιδρομείς, πλησιάσαμε κι εμείς στο χωριό. Ο πατέρας ανέλαβε αμέσως υπηρεσία κατάσβεσης. Τον έβγαλαν απ’ το κατώι πολλές φορές λιπόθυμο απ’ τον καπνό και μαυρισμένο. Τα κατάφερε, γλίτωσαν τα σπίτια μας απ’ την ολοσχερή καταστροφή. Έπεσαν για ύπνο. Τα μισά σπίτια του χωριού είχανε καεί. Τα προικιά των κοριτσιών είχαν εξαφανιστεί, απ’ το δικό μας σπίτι. Αυτά συμβαίνουν σε πολέμους. Για σκοτωμούς δεν γράφω. Μικρό παιδί ήμουνα τότε 10 χρονών.

Μιας και σε μερικές ημέρες, όπως βλέπω στο ημερολόγιο θα γιορτάσουμε την Υπαπαντή του Κυρίου μας, επιτρέψτε μου φίλοι αναγνώστες να περιγράψω περιστατικά της μητέρας μου σε περίοδο ειρήνης, μετά τον πόλεμο. Εφ’όσον υπήρχε ανοιχτός δρόμος για Καλαμάτα, την ημέρα της Υπαπαντής, η μητέρα θα πήγαινε εκεί να γιορτάσει, να ιδεί και τους συγγενείς μας. Ανέβαινε την ανηφόρα του δρόμου απ’ την Κάτω χώρα και περίμενε στο Δημόσιο δρόμο της Τρύπης να περάσει κάποιο όχημα. Ταξίδευε με λεωφορεία, φορτηγά, Ι.Χ., ταξί, ότι εύρισκε να πάει στην Υπαπαντή της. Μια χρονιά την έκλεισαν τα χιόνια του Ταϋγέτου για πολλές ημέρες. Επέστρεψε στο χωριό μέσω Τριπόλεως. Ο αφέντης πατέρας δεν την μάλωνε ποτέ που αργούσε να επιστρέψει. Του είχε μεγαλώσει εφτά παιδιά, του προστάτευσε το βιός του όταν έπρεπε και του έφερνε νέα απ’ τους συγγενείς στην Καλαμάτα όταν πήγαινε ανελλιπώς στην Υπαπαντή της.

Μια άλλη χρονιά ξανά-μανά τα ίδια. Περνούσαν τα οχήματα αλλά δεν την έπαιρναν. Ήτανε γιομάτα. Είδε μια μαύρη λιμουζίνα να έρχεται. Στάθηκε στη μέση του δρόμου. Σταμάτησε ο οδηγός «Φεύγα κυρά μου απ’ την μέση του δρόμου να πάμε στην Υπαπαντή». «Εκεί πάω κι’ εγώ». «Δεν βλέπεις ότι έχω το Δεσπότη μέσα;» «Καλλίτερα θα κάνουμε και παρέα!». «Πάρτηνε» του λέει ο Δεσπότης. Εκείνος ο Επίσκοπος, είχε διάθεση και για κουβέντα όπως μας έλεγε, κάμποσα χρόνια αργότερα, καθώς ήμασταν συγκεντρωμένα στο πατρικό μας όλα τα παιδιά της, ένα καλοκαίρι.

Για λέγε μας τί του έλεγες του Δεσπότη, λω μάνα όλη τη διαδρομή, που έκανες μαζί του; Του έλεγα για εσάς που έχουμε, τα παιδιά μας, την κατοχή, τους διωγμούς, τα σπίτια μας, τις φυλακίσεις, τον εμφύλιο, άλλους διωγμούς πάλι, αλλά καταφέραμε να επιβιώσουμε. Άλλοι έχασαν τα σπίτια τους αλλά και τη ζωή τους ακόμα. Άκουγε ο Επίσκοπος και ρωτούσε κιόλας να μάθει κι άλλα! «Καλά τον φλόμωσες τον άνθρωπο» «Μετά πήγαμε στην εκκλησία της Υπαπαντής και στο τέλος κοινώνησα τα άχραντα μυστήρια αφού είχα πριν εξομολογηθεί στο Δέσποτα, σ’ όλη τη διαδρομή. Μετά βρήκα τους συγγενείς και πήγαμε όλοι μαζί στο σπίτι τους, φάγαμε κι έμαθα τα νέα τους, τους είπα και τα δικά μας».

Υ.Γ.
Η υγεία τη Νανάς βελτιώνεται κάπως. Μακάρι εφέτος η Υπαπαντή του Χριστού μας να συμπέσει με την ανάρρωση και υποδοχή της στη Σπάρτη. Αυτό θα είναι ένα σημάδι ότι οι τόσες επισκέψεις της μάνας μου σε δύσκολους καιρούς στην Καλαμάτα στη μνήμη της όσο ζούσε, δεν πήγανε και τελείως χαμένες.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα