O φόβος και ο πόνος

Πέμπτη, 11 Ιούλιος 2019 20:11 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Συχνά πυκνά χρησιμοποιούμε τη φράση του στοχαστή που λέει: “όλα από το χρώμα το κόκκινο της παπαρούνας και το κεντρί της τσουκνίδας, όλα απ' το σκοτάδι ως το Θεό τα δημιούργησε ο νους του ανθρώπου. Ο Νους και ο Λόγος του ανθρώπου. Ο Νους και η παίδεψη της ψυχής του. Για να βρει καταφύγιο η ψυχή του και προπάντων το δάκρυ του”.
Αυτό κουβεντιάζαμε με το φίλο και απορρημένος ρώτησε: Κι ο φόβος κι ο πόνος είναι δημιουργήματα του ανθρώπου, δημιουργήματα του Νου του; Κι αυτά ο νους τάφτιαξε ή είναι αυθύπαρκτα, από μόνα τους έρχονται και υπάρχουν; Και η συζήτηση άναψε πάλι, όπως συχνά συμβαίνει με το φίλο.
Και συνέχισε ο ίδιος πάντα. Και τα ζώα φοβούνται και πονάνε. Αν ιδεί ξαφνικά μπροστά της η γαζέλα τον κροκόδειλο, ίδιο στοιχειό, να ξεπετάγεται μέσα απ’ το νερό του ποταμιού έτοιμο να την αρπάξει, φοβάται και το βάνει στα πόδια αν προφτάσει. Το ίδιο γίνεται με τις αντιλόπες που είδαμε πώς σπαράζουν στα δόντια του κροκόδειλου ή του λιονταριού ή του πάνθηρα. Ή ο έρημος ο λαγός πώς τρέχει όταν τον κυνηγάει το τσακάλι. Και χίλια δύο άλλα.
Και πονάει βέβαια το ζώο. Όταν το πόδι του πάρει αγκάθι ή σπάσει στο γκρεμό ή το τραυματίσει κάποιος εχθρός του στην προσπάθεια να το πιάσει κι εκείνο φεύγει, πονάει εκεί που πήρε την αγκαθιά και κουτσαίνει το κακόμοιρο. Και τα ζώα λοιπόν φοβούνται και πονάνε. Επομένως ο φόβος κι ο πόνος υπάρχουν και δεν τάφτιαξε ο ανθρώπινος νους.
Ναι, συνέχισε ο φίλος, αυτό σωστό είναι, αλλά από την άλλη το ζώο φοβάται και πονάει ενστικτωδώς. Το λαφάκι, όταν εκεί που βόσκει ήσυχο, ιδεί ξαφνικά μπροστά του την οχιά που παραμονεύει έτοιμη να ρίξει το δηλητήριο στο μουσουδάκι του γιατί την ενόχλησε, φοβάται βέβαια και κάνει άλμα πισωπατώντας αλλά αυτό γίνεται ενστικτωδώς. Και ενστικτωδώς τα ζώα διαλέγουν σημείο ασφαλές να φτιάξουν τη φωλιά τους ώστε να μην κινδυνεύουν τα ίδια και τα μικρά τους. Ενστικτωδώς λοιπόν πονάει και φοβάται και δεν ψάχνει αιτίες. Τα δέχεται όπως είναι, όπως έρχονται χωρίς ν’ αντιδρά. Ή αντιδρά όπως περιγράψαμε και ίσαμε εκεί. Δεν έχει παραπέρα.
Ο άνθρωπος όμως ή καλλίτερα ο ανθρώπινος λόγος αυτά τα ανήγαγε σε σφαίρες υψηλότερες. Τα πήρε βέβαια στη φυσική τους μορφή, ξεκίνησαν απ’ τη φυσική τους μορφή και ενστικτωδώς φοβάται ο άνθρωπος όταν πέσει δίπλα του ο κεραυνός, από ‘κει και πέρα όμως τάβγαλε από τη φυσική τους μορφή, έθεσε ερωτήματα. Από πού προέρχονται; Γιατί συνέβη ο κεραυνός; Τάψαξε, βασανίστηκε, έφτιαξε αλεξικέραυνο για να προστατευτεί ο ίδιος και το ψηλό καμπαναριό. Πρώτα πάτησε τα αγκάθια, πρώτα βγάλανε τα πόδια του λιθαροπάτια (=μόλωπες στις πατούσες που μαζεύουν πύον και γίνονται από χτυπήματα του ξυπόλυτουποδιού στις πέτρες), πόνεσε και για να προστατευτεί βρήκε τα ποδήματα. Και τόσα άλλα που να τα λέμε και να μην τα σώνουμε. Ενώ στα ζώα τα πράγματα είναι πολύ απλά.
Κοντολογίς. Όλα προέρχονται από τη φύση. Ο άνθρωπος όμως τα επεξεργάζεται, δεν τα δέχεται όπως είναι. Τα θεωρεί αδικία τα κακά και για να τα περιστείλει, να τα πολεμήσει έφτιαξε ηθικό κώδικα, κώδικα δεοντολογίας, νόμους. Εφηύρε μέσα και τρόπους και όπλα να αμυνθεί. Επιστήμες. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο με τα κακά όπως είναι ο φόβος και ο πόνος, αλλά και με τα καλά. Διότι και τα καλά τα μεγαλοποίησε ο άνθρωπος, τα ψήλωσε, τ' αυγάτισε, τάκανε αρχές, αξίες, ιδέες, όνειρα, θεούς όπως τον ήλιο, το φεγγάρι, τ' αστέρια, το φως. Κι όλα τούτα επειδή είχε συνείδηση. Επειδή έχει το λόγο. Ο οποίος πράγματι τάφτιαξε όλα. Άρα ο Λόγος του ανθρώπουέφτιαξε και το φόβο και τον πόνο.
Εξ άλλου το ζώο δεν το πιάνει πανικός. Δεν λέει ποτέ (βέβαια δεν είμαστε ζώα για να ξέρουμε) τι είν' αυτό; Θα πεθάνω, θ’ αρρωστήσω. Θα εγκαταλειφθώ στα γεράματα. Επομένως πρέπει να πάρω τα μέτρα μου τώρα που μπορώ. Στην αρρώστια ν’ αντιδράσω ενεργητικά. Θα φτιάξω επιστήμη, γιατρούς, φάρμακα, ξεχωριστά για την κάθε αρρώστια, ξεχωριστά ακόμα και για τον κάθε άνθρωπο.
Ο Λόγος λοιπόν του ανθρώπου, αυτά που έρχονται από τη φύση, ακόμα και τον πόνο και το φόβο από ‘κει τα πήρε κι εκεί έχουν την αφετηρία τους, τα πολλαπλασίασε, τα μεγέθυνε. Και:
Πρώτα πρώτα τα ονομάτισε, τα βάφτισε. Κι αυτό λίγο δεν είναι. Αντιθέτως είναι το παν. Δεν άφησε τίποτα ανομάτιστο ο άνθρωπος. Ό,τι δεν έχει όνομα δεν υπάρχει. Αρχίζει να υπάρχει με τ’ όνομά του. Έτσι αυτό το είπε σκοτάδι (από το σκοτόω-ω. = απόλυτο σκότος, θάνατος, μαυρίλα). Εκείνο το είπε παπαρούνα και την κόκκινη φουστίτσα της την είδε φορεμένη τ' ανάποδα. Το άλλο το είπε φόβο και το ρήμα φέβω, φέβομαι = τρέπομαι σε φυγή, φεύγω φοβισμένος. Κι εκείνο το έψιλον (ε) του φέβω έγινε όμικρον (ο) στο παράγωγό του. Όπως λέγω-λόγος, γέμω-γόμος, κλέπτω-κλοπή, φέρω-φόρος, δέμω-δόμος και οικοδόμος, πέμπω-πομπή, κλείνω-κλοιός, αλείφω-αλοιφή κ.τ.λ. κ.τ.λ. Το αχ “η πιο μακρινή βαθειά λέξη της γλώσσας του ανθρώπου” όπως λέει ο Φ. Βαρέλης, που έβγαζε όταν στενοχωριότανε, τό κανε άχος = ψυχικός πόνος πάντοτε. Και ρήμα αχέω (ηχέω, ήχος, ξεφύσημα). Και ο ποταμός Αχέρων ήταν ο άχεα ρέων, γιατί κατέβαζε λύπες και στενοχώριες αφού από ‘κει πήγαιναν οι ψυχές στον Άδη. Κι είχε παραποτάμους του τον Κωκυτό (κωκύω=θρηνώ) και τον Πυριφλεγέθοντα. Το άλφα (α) είναι το δυνατό φωνήεν, το δυνατότερο. Έρχεται όμως το χι (χ) που είναι το μαλακώτερο από τα σύμφωνα και κάπως αλαφρώνει. Και τα δύο μαζί δίδουν το αχ.
Ύστερα πως το λέει ο Όμηρος; Ουδείς ανομάτιστος καν αχαμνόσογος καν άρχοντας. Τίποτα ανομάτιστο. Και ξαναλέμε: τίποτα δεν υπάρχει αν δεν έχει όνομα.
Και σαν λέξεις λοιπόν να πάρουμε το φόβο και τον πόνο ο άνθρωπος τις έφτιαξε. Ο Νους του και ο Λόγος του. Κι από κει και πέρα όπως επίσης είπαμε, τις πολλαπλασίασε, τις μεγέθυνε. Έκανε το φόβο λόγο, τον πόνο λόγο. Το θάνατο τον έκανε λόγο και τραγωδία. Πράγμα που δεν κάνει κανένα ζώο και κανένα δεν ρωτάει τα πως και τα γιατί.
Κι έχουμε πολλών ειδών φόβους. Ο άνθρωπος φοβάται τα πάντα. Φοβάται μην πεθάνει. Μη δεν βρει τροφή. Μήπως τον απατά η γυναίκα του (και η γυναίκα το ίδιο για τον άντρα της), μη δεν είναι δικό του το παιδί που μεγαλώνει, μην πέσει το παιδί στα ναρκωτικά, μην αρρωστήσει. Φοβάται, φοβάται, φοβάται.. και κάνεισχέδια πως θ' αντιμετωπίσει αυτούς τους φόβους, ενώ το ζώο όταν φοβάται ή πονάει δεν έχει σχέδια.
Κι εδώ είναι που διαφωνώ με το “δεν φοβάμαι τίποτα” του Καζαντζάκη. Διότι αυτό δεν μπορεί να ισχύει για άνθρωπο ζωντανό. Ο ζωντανός άνθρωπος δεν γίνεται να μη φοβάται. Δεν φοβάται μόνον εκείνος που είναι μέσα στον τάφο. Κι αυτή η σκέψη μου δημιουργήθηκε για πρώτη φορά όταν παιδί του Γυμνασίου έκανα μια εργασία για τον Καζαντζάκη που μου ανέθεσε ο καθηγητής της φιλολογίας. Όσο γι' αυτό που λένε διάφοροι ότι με τη φράση του “δεν φοβάμαι τίποτα” εννοεί το φόβο που σπείρανε στην ψυχή του ανθρώπου και τον εκμεταλλευτήκανε οι θρησκείες, το φόβο του θανάτου κ.τ.λ. δεν συμφωνώ. Διότι απλούστατα δεν λέει αυτό. Αν ήταν έτσι θα τόλεγε ο ίδιος κι όχι “δεν φοβάμαι τίποτα”. Το ίδιο με το “δεν ελπίζω τίποτα”. Κι αυτό, καίτοι τόλεγε κι ο Βιργίλιος, μόνον για τον πεθαμένο ισχύει. Ύστερα γιατί έκανε ό,τι έκανε ο Καζαντζάκης; Γιατί θέλησε ν’ αφήσει έργο; Νομίζω ακριβώς γιατί φοβότανε. Και γέροντας τώρα πια λέω: Αν ο Πλάτων έλεγε πως ολόκληρη η φιλοσοφία του δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία μελέτη θανάτου, για τον Καζαντζάκη θα μπορούσαμε άνετα να πούμε ότι όλο του το έργο είναι ένας διαρκής διάλογος με τον φόβο του. Απόσταγμα φόβου. Ο Καζαντζάκης, όπως όλοι οι άνθρωποι, στο έργο του βρίσκεται σε διαρκή και ουσιαστικό διάλογο με το φόβο, την αγωνία κι αυτό φαίνεται -όλοι έχουμε να φοβηθούμε. Μακάρι να μην είχαμε. Μήπως λοιπόν το “δεν φοβάμαι τίποτα δεν ελπίζω τίποτα” είναι φαντασιοπληξία; Συγχωρέστε με.
Ακόμα ο άνθρωπος θέτει ερωτήματα, κι άλλα ερωτήματα, κι αγωνιά χωρίς ποτέ να σταματά. Και σκέφτεται: ποιο είναι χειρότερο; Ο πόνος ή ο φόβος; Για να καταλήξει ότι απ’ τα δύο ο φόβος μάλλον είναι πιο δυνατός. Αφού τον πόνο παίρνεις ένα παυσίπονο και τον καλμάρεις. Τον φόβο όμως; Και προσπαθούμε κι αγωνιούμε και τυραννιόμαστε χωρίς να λύνουμε τίποτα. Ίσα ίσα χειροτερεύουμε. Σαν τη Λερναία Ύδρα. Κόβουμε ένα κεφάλι φυτρώνουν δύο –μύθος κι αυτός Θεέ μου! Λύνουμε ένα πρόβλημα ξεφυτρώνουν άλλα που καλούμαστε να λύσουμε. Κι ύστερα λένε πως η μυθολογία είναι παραμύθια. Ενώ είναι λόγος στο τετράγωνο (μύθος = λόγος).
Όλα λοιπόν, για να καταλήξουμε, και τον φόβο και τον πόνο και σαν λέξεις και σαν αντικείμενα (πραγματικά γεγονότα) τάφτιαξε κι αυτά ο Νους του ανθρώπου. Ο Νους και ο Λόγος του ανθρώπου. Ο οποίος λόγος είναι πραγματικά Θεός. Αυτός είν' ο Θεός που όλα τα δημιούργησε (ο δημιουργός των πάντων). Και καθόλου τυχαία δεν λέει ο Ευαγγελιστής: “Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος. Καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς ταὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος”. Κι όλα για να πολεμήσει την τραγωδία του, την αδυναμία του, τη μοίρα του. (Η τελευταία φράση “καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος” είναι κυριολεξία. Αυτός είν' ο Θεός, ο Λόγος. Τίποτ' άλλο. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία είναι εκ του πονηρού).

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του ΚΥΡ
Το κλίκ της ημέρας
του ΚΥΡ
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα