29 Μαΐου 2018. 565 χρόνια μετά...

Μερικοί υποστηρίζουν πώς η Ιστορία είναι μία αναρχούμενη ροή γεγονότων, σε μια πορεία ολότελα τυφλή πού συχνά καθορίζεται από μερικές «μεγάλες και μοιραίες» ώρες. Προσωπικά δεν είμαι σε θέση να επιβεβαιώσω αν στην περίπτωση της Άλωσης της Πόλης η πάρα πάνω θεωρία βρίσκει εφαρμογή. Γιατί τόσο το 1204, όταν κατακτήθηκε από τους ομοθρήσκους μας δυτικούς, όσο και το 1453, όταν έπεσε στα χέρια αλλοπίστων, ήσαν αναμφίβολα δυό μεγάλες και μοιραίες ώρες για την ανθρωπότητα.
Μόνον πού η πρώτη «προετοίμασε» την έλευση της δεύτερης και καθόλου μά καθόλου τυφλή και αναρχούμενη δεν υπήρξε η πορεία και η τελική κατάληξη στο διάστημα πού μεσολάβησε από την πρώτη στην δεύτερη άλωση της Πόλης. Ο διάσημος βυζαντινολόγος Steven Ransiman στην ιστορία του για τις Σταυροφορίες γράφει πως δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας από την Δ΄ Σταυροφορία, πού ηθελημένα ξεστράτισε από τον αρχικό της προορισμό και κατέλαβε την Πρωτεύουσα της βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ήταν το πρώτο και καθοριστικό χτύπημα, για να ακολουθήσει μετά 249 χρόνια το τελικό και έτσι η μοίρα της Κωνσταντίνου Πόλης να κλείσει τον κύκλο της και η Ιστορία τον δικό της.
Ο βρετανός ιστορικός Fhilip Sherrard υποστηρίζει πως κάθε αναφορά στην Άλωση θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον κάποια περιγραφή για την στάση των ίδιων των Βυζαντινών απέναντι στη μοίρα της πόλης τους. Θα έδειχνε τότε πόσο η ζωή αυτής της πόλης είχε φθαρεί εκ των ένδον με την εισβολή των προλήψεων (αστρολόγοι, νεκρομάντεις), των ασθενειών, της απανθρωπιάς και της πλεονεξίας. Με μία ηθική και πνευματική παρακμή. Οι δε πολιορκίες και επιθέσεις των βαρβάρων, των Γότθων, των Αβάρων, των Βουλγάρων και των Ρώσσων την έπνιξαν απ’ έξω, μέχρι πού την κατέλαβαν και την βίασαν οι Γάλλοι, οι Γερμανοί και Ιταλοί σταυροφόροι το 1204. Ο δρόμος για την οριστική πτώση είχε πλέον ανοίξει διάπλατα. Χρειάστηκε να μεσολαβήσει μόνον ένα ελάχιστο, μέσα στην διαδρομή του Χρόνου, διάστημα 249 ετών για να αντικατασταθεί από τους Κωνσταντινοπολίτικους Καστρόπυργους ο κόκκινος σταυρός των Ιπποτών της Δύσης με την ημισέληνο του Αλλάχ και η αυλαία πλέον να πέσει οριστικά.
Πάντως όσο δυνατή κι αν είναι η αίσθηση πώς το πλήθος των αμαρτιών της πόλης, έκανε αναπόφευκτη την θεία εκδίκηση, αναφέρει ο Sherrard, δεν υπάρχει αμφιβολία πώς ενισχύεται από την συχνότητα με την οποία αυτή η εκδίκηση φαινόταν να πλήττει την πόλη υπό την μορφή επιθέσεων ξένων εχθρών. Ήταν μια πολιορκημένη διά βίου πόλη, μπλεγμένη αδιάκοπα στους πολέμους. Δεκαεφτά φορές ήδη πριν την λατινική κατάκτηση το 1204 είχαν επιπέσει χωρίς επιτυχία, στα τείχη της βάρβαροι, Άβαροι, Βούλγαροι, Ρώσσοι, Τούρκοι. Δεν προλάβαινε να σβήσει η μνήμη της μιας επίθεσης όταν το φάσμα μιας άλλης εμφανιζόταν στο ορίζοντα.
Στην πραγματικότητα όμως το πρώτο ισχυρό χτύπημα δεν δόθηκε από αυτά τά μέρη, παρ’ όλο που από εκεί προήλθε η τελική ήττα. Η ειρωνεία είναι πως οι Βυζαντινοί κατ’ αρχάς παρέδωσαν την πόλη τους στους «σχισματικούς» Χριστιανούς Αδελφούς της Δύσης. Στους σταυροφόρους της ξεστρατισμένης 4ης Σταυροφορίας. 249 χρόνια μετά, την Παρασκευή 23 Μαρτίου 1453,ο νεαρός Σουλτάνος Μωάμεθ ο Β΄ ξεκινούσε από την Αδριανούπολη. Οι μέρες της Κωνσταντινούπολης πλέον ήσαν μετρημένες. Η άμμος στην κλεψύδρα της βυζαντινής ζωής όλο και λιγόστευε. Η 29η Μαΐου όλο και πλησίαζε.
Θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό να επισημάνω πως η αναφορά μου στο μοιραίο και καθοριστικό, όχι μόνον για τον Ελληνισμό αλλά και για ολόκληρη την Ευρώπη γεγονός, στηρίζεται σε προσωπικές σκέψεις μου, πού δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά όταν είχα την τύχη να ακούσω μια φλογερή ομιλία καθηγητού μου στις πρώτες τάξεις των γυμνασιακών μου σπουδών. Σκέψεις πού τελικά καταστάλαξαν μέσα μου, μετά από μια μεγάλη χρονική διαδρομή, το 1992, όταν μετέχοντας σε μια αποστολή μαζί με άλλους 10 Έλληνες Δημάρχους, στην Κωνσταντινούπολη, προσκύνησα στην Αγιά Σοφιά. Περπάτησα στα ερειπωμένα και χορταριασμένα θεοδοσιανά τείχη. Αισθάνθηκα το στομάχι μου να σφίγγεται στο χώρο της πύλης του Αγίου Ρωμανού. Και εκεί κάπου κοντά, υπολόγισα πώς πρέπει να υπήρχε μια μικρή πόρτα. Πολύ μικρή πού τελικά όμως μπόρεσε από μέσα της να περάσει, ή μάλλον για να ακριβολογήσω, να εισβάλλει, ο Μωαμεθανισμός στην Ευρώπη. Ήταν η Κερκόπορτα πού σύμφωνα με τον μύθο, κάποιο μοιραίο χέρι την ξέχασε ανοιχτή την κρίσιμη νύχτα πριν την τελική επίθεση. Δυστυχώς εμείς οι Έλληνες, όντας ικανοί να κατασκευάζουμε τεράστιες και μεγαλοπρεπείς πύλες, από την άλλη διατηρούμε ανοιχτές κάποιες μικρές πορτούλες πού κατ’αρχήν τις θεωρούμε ασήμαντες, πού τελικά όμως μερικές φορές αποδεικνύονται τόσο σημαντικές.
«Εάν μέν θέλεις και σύ να ζήσεις με μας ειρηνικά, όπως έζησαν και οι πρόγονοί σου, θα οφείλουμε χάρη στον Θεό. Γιατί εκείνοι τους γονείς μας τους θεωρούσαν και πατέρες τους και έτσι τους τιμούσαν και την πόλι αυτή σαν πατρίδα. Μάλιστα σε κρίσιμους καιρούς όλοι, αφού κατέφυγαν σ’ αυτή, σώθηκαν, και όποιος σε μας αντιστεκόταν δεν έζησε πολύ καιρό. Κράτησε όσα εδάφη και φρούρια μας έχεις αφαιρέσει άδικα, σαν να τα πήρατε δίκαια, και καθόρισε και φόρους τόσους, όσους θα μπορούσαμε κάθε χρόνο να σού δίνουμε, και φύγε ειρηνικά. Γιατί τι νομίζεις, εάν ελπίζεις να κερδίσεις, θα βρεθείς κερδισμένος; Το να σού δώσω όμως την Πόλη, ούτε δικαίωμά μου είναι, ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της. Γιατί από κοινού θα πεθάνουμε όλοι με την θέλησή μας και δεν θα λυπηθούμε την ζωή μας». Ήταν η γνωστή σε όλους μας απάντηση του Αυτοκράτορα στην ύστατη πρόκληση- πρόσκληση του Μωάμεθ, να παραδώσει την Πόλη, όπως την διέσωσε ο χρονικογράφος της Αλώσεως Μιχαήλ Δούκας, μεταφρασμένη από τον Απόστολο Β. Δασκαλάκη. Ειλικρινά πιστεύω, ότι ποτέ δεν «συμπυκνώθηκε» μια Ιστορία χιλίων και πλέον ετών, σ’ ένα τόσο μικρό κείμενο. Η Βυζαντινή πορεία 10 και πλέον αιώνων, το μεγαλείο, η δόξα, αλλά και ο κατήφορος και η πτώση μιάς αυτοκρατορίας, τελικά χώρεσαν μέσα σε λίγες γραμμές. Η απάντηση του Κωνσταντίνου, ανατρέχοντας στο ένδοξο και γεμάτο από στιγμές επίδειξης, στρατιωτικής, πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ισχύος, καταλήγει στο να αναγνωρίσει την σκληρή πλέον πραγματικότητα του ξεπεσμού, προσφέροντας στον υποψήφιο πορθητή, εδάφη, φρούρια και φόρους για να αποχωρήσει ειρηνικά. Κάτι πού σε άλλους καιρούς, όταν μεσουρανούσε το άστρο της Βασιλεύουσας, θα ήταν όχι μόνον αδιανόητο, αλλά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και προδοτικό. Κι’ όμως ο συνετός, αλλά και αποφασισμένος για όλα, Ηγέτης της άλλοτε Βυζαντινής υπερδύναμης, βλέποντας για μια ακόμη φορά τους ομόδοξούς μας Δυτικούς να σφυρίζουν αδιάφορα μπροστά στον μουσουλμανικό κίνδυνο, και να αντιμετωπίζουν σχεδόν χαιρέκακα τις αγωνιώδεις εκκλήσεις για βοήθεια, και από την άλλη, έχοντας διαπιστώσει τις φανερές πλέον αδυναμίες Λαού και Κράτους, πού οφείλονταν σε θρησκευτικούς φανατισμούς, πολιτικά μίση - και τά δύο άλλωστε είναι γνωστά «χαρίσματα» της φυλής μας- κι’ ακόμη γνωρίζοντας τα οικονομικά προβλήματα και την έλλειψη ικανής στρατιωτικής δύναμης, αναγκάζεται, για να αποφύγει τον θανάσιμο βρόχο των αλλοπίστων, να προτείνει στον εισβολέα όρους, πού άλλοτε θα χαρακτηρίζονταν ταπεινωτικοί. Μέσα στο κείμενο όμως της απάντησης, εκτός από τά πάρα πάνω, περιέχεται για μια ακόμη φορά, η μόνιμη και διαχρονική αντίληψη του Έθνους μας, για την αξία της ζωής χωρίς ιδανικά. Χωρίς ελευθερία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια και η απόφασή του να μην λογαριάσει τον θάνατο, που από μέσα του όμως αχνοφαίνεται μια μικρή φλόγα αισιοδοξίας για την τελική επιβίωση του Γένους. Μια φλόγα πού πάντοτε σιγοκαίει μέσα στην εθνική μας συνείδηση τις κρίσιμες εθνικές μας στιγμές. «Το να σού δώσω την Πόλη, ούτε δικαίωμά μου είναι, ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της. Γιατί από κοινού θα πεθάνουμε όλοι με την θέληση μας και δεν θα λυπηθούμε για την ζωή μας»… Την ίδια αντίληψη διατύπωσε αιώνες πρίν την άλωση της Πόλης ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες. Το ίδιο ακριβώς πιστεύω, και την ίδια λαϊκή αντίληψη έμελλε να διατυπώσει μερικούς αιώνες μετά την πτώση της Βασιλεύουσας ο αρχιεπίσκοπος της Κύπρου, Κυπριανός στον Τούρκο Κυβερνήτη του Νησιού στις σφαγές της 9ης Μαΐου 1821.
Να πως την ύμνησε ο εθνικός ποιητής της Κύπρου Βασίλης Μιχαϊλίδης στην ωδή του για την ρωμιοσύνη:

Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του Κόσμου!
Κανένας εν ευρέθηκε για να την εξιλείψει
Κανένας γιατί σιέπει την που τά ψη ο Θεός μου
Η Ρωμιοσύνη εν να χαθεί όντας ο κόσμος λείψει!
Σφάξε μας ούλους τζας γενεί το γαίμαμ μας αυλάτζιν
Κάμε τον κόσμομ ματζελειόν τζαί τους Ρωμιούς τραούλια,
αμμά ξαίρε πώς ύλαντρον όντας κοπεί καβάτζιν
τριγύρω του πετάσσονται τρακόσια παραπούλια
Το υνίν αντάν τρώει την γήν, τρώει την γήν θαρκιέται,
Μά πάντα τζείνον τρώεται τζαί τζείνον καταλυέται.

Και η ελεύθερη απόδοσή της από τον Αθηναίο της Καθημερινής:

Η ρωμιοσύνη είναι φυλή συγκαιρινή του κόσμου
κανένας δεν ευρέθηκε για να την εξαλείψει
κανένας γιατί σκέπει την από τα ύψη ο θεός μου
η Ρωμιοσύνη θε να χαθεί όταν ο κόσμος λείψει.
Σφάξε μας όλους κι’ ας γενεί το αίμα μας αυλάκι
Κάμε τον κόσμο μακελλειό και τους ρωμηούς σφαχτάρια
Άμα γνώριζε πώς θαλερό όταν κοπεί καβάκι
τριγύρω του πετάγονται τρακόσια νέα βλαστάρια.
Όταν το υνί τρώει την γή, πώς τήνε τρώει θαρριέται
μα πάντα κείνο τρώγεται κι’ εκείνο καταλυέται

Τούτη λοιπόν η αντίληψη για τον θάνατο μέσα από τον οποίο πηγάζει η ελπίδα για τη ζωή και την εθνική μας επιβίωση είναι ένα από τα γνήσια χαρίσματα του γένους μας.

Ο Κωνσταντίνος, νεοστεμμένος πλέον Αυτοκράτορας ,την μέρα πού άφηνε το Μυστρά για να πάει στην Κωνσταντινούπολη με μισθωμένα καταλανικά πολεμικά, δείγμα κι’ αυτόκρατικής παρακμής και στρατιωτικής αδυναμίας, κάτεχε πολύ καλά το μέλλον της Αυτοκρατορίας αλλά και το δικό του. Κι’ αυτή του την ιδέα δεν την άλλαξε η παλλαϊκή υποδοχή πού του επεφύλαξε στις 12 του Μάρτη του 1449,αρχοντολόϊ και Λαός. Γνώριζε την κρισιμότητα τής κατάστασης και την δύσκολη θέση στην οποία είχε περιέλθει πιά η άλλοτε κραταιά αυτοκρατορία. Μια θέση πού γινόταν ακόμη πιο δεινή εξ αιτίας του σχίσματος των Εκκλησίων πού πυροδοτούσε θρησκευκές μισαλλοδοξίες, πάθη και φανατισμούς. «Κρειττότερον εστί ιδέναι εν μέση τη πολη βασιλεύον φακιόλιον Τούρκων η καλύπτραν λατινικήν». Είναι η γνωστή ρήση του Μεγάλου Δούκα Λουκά Νοταρά, όπως την διέσωσε ο χρονικογράφος της Αλώσεως Δούκας που αποδίδει με συγκλονιστικό τρόπο τον θρησκευτικό διχασμό των κατοίκων της Πόλης σε μια εποχή που η ενότητα ήταν απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για την άμυνα και την επιβίωση της. Αν στα πάρα πανω προσθέσει κανείς την διαβρμένη πολιτικά και αποδυναμωμένη στρατιωτικά και οικονομικά, Αυτοκρατορία, μια Αυτοκρατορία πού, εδώ πού τά λέμε, στην πραγματικότητα στερείτο υπαίθρου χώρας έχοντας περιορίσει ουσιαστικά την εξουσία αλλά και τά όρια της μέσα στα τείχη Βασιλευουσας, τότε θα κατανοήσει το μέγεθος της αυτοθυσίας του Κωνσταντίνου, όταν ανήμερα των Θεοφανείων στις 6 του Γενάρη του 1449, εστέφετο Αυτοκράτορας στον ιερό χώρο του μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά.
Εχοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης γνώριζε από τότε το επερχόμενο τέλος τό δικό του αλλά και της χιλιόχρονης βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Σε καμιά όμως περιπτωση δεν αποδέχθηκε μοιρολατρικά την κατάσταση. Πάσχισε με όλες του τις δυνάμεις να την ανατρέψει. Επιχείρησε να ξαναδώσει στην Πόλη, κάτι από το περασμένο της μεγαλείο. Να της προσδώσει λίγη από την δόξα και την αίγλη του πρόσφατου παρελθόντος. Να την οπλίσει με λίγη από την χαμένη πολιτική και κυρίως στρατιωτική ισχύ της για να αντιμετωπίσει τον θανάσιμο εξ ανατολών κίνδυνο. Θέλοντας να πετύχει τον σχεδόν ανέφικτο στόχο του, πάλεψε με πολλούς και για πολλά. Αναζήτησε νέες συμμαχίες μέσα από γαμήλιες συμφωνίες. Καί επεδίωξε βοήθεια από την Δύση, με την συμφιλιωτική λειτουργία στην Αγιά Σοφιά. Μόνον πού οι στιγμές της λογικής και τελικά της ομόνοιας δυστυχώς, είναι πολύ φευγαλέες στην ιστορία. Για μια ακόμη φορά, επικράτησε ο φανατισμός. Η βοήθεια της Δύσης ήταν δυό τρεις γαλέρες και μερικές εκατοντάδες στρατιώτες στην αρχή. Και ύστερα η Πόλη εγκαταλείφθηκε στην προδιαγεγραμμένη ζοφερή τύχη της. Ετσι αναγκάστηκαν και πλήρωσαν από το υστέρημα του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου μισθοφόρους για να φυλάξουν, μαζί με τους ελάχιστους βυζαντινούς τά τείχη της.Κι’ αυτό νομίζω τά έλεγε όλα και κυρίως προδιέγραφε με σαφήνεια την έκβαση της πολιορκίας και κατ’ επέκταση την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι τύχες της αλλοτε κραταιάς και μεγάλης δύναμης αφέθηκαν σε χέρια μισθοφόρων. Κι’ έτσι το απομεσήμερο στις 29 του Μάη του 1453,επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά η με-χρι θανάτου πίστη του Έλληνα στα ιδανικά του: Στην ελευθερία, στην δικαιοσύνη και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ένα χάρισμα και συγχρόνως μια διαχρονική αξία του Εθνους ποτισμένη με εκατόμβες αίματος και καταξιωμένη με την θυσία μυριάδων. Επιβεβαιώνεται τραγικά,αυτή η πίστη του Έλληνα, με τον θάνατο του Αυτοκράτορα εκεί κάπου κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Επιβεβαιώνεται τελεσίδικα εκείνη την αποφράδα για τον Ελληνισμό, ημέρα, με τον θάνατο των τελευταίων υπερασπιστών της Βασιλεύουσας, λίγο πρίν ανοίξει διάπλατα η ξεχασμένη Κερκόπορτα και ξεχυθεί μέσα στην Πόλη, η φρίκη, ο όλεθρος. Ό εξανδραποδισμός.
Μια μέρα νωρίτερα, όταν πιά ήταν φανερό πώς επίκειται η τελική επίθεση, ο Αυτόκράτορας συγκαλεί την γερουσία, τους ευγενείς και τους άρχοντες και με μια τελευταία φλογερή προσφώνηση προσπαθεί να τους ενθαρρύνει. Δεν έχει να τους προσφέρει πλιάτσικο,ούτε τους τάζει πλούσια λεία,όπως κάνει ο Μωάμεθ στους πολιορκητές. Με λόγια γεμάτα πάθος τους επισημαίνει τον κίνδυνο πού απειλεί όχι μόνον τους
Βυζαντινούς, αλλά ολόκληρη την Χριστιανική Ευρώπη, ανυποκύψουν. Και ύστερα.
Ύστερα αρχίζει η τελευταία σκηνή του δράματος, μια από τις πιό συγκλονιστικές πού γνώρισε ποτέ η γηραιά μας Ηπειρος: Η τελευταία λειτουργία στην Αγιά-Σοφιά.
Οι καμπάνες και τά σήμαντρα της πολιούχου του Χριστιανισμού ηχούν για μια ακόμη φορά, την τελευταία, καλώντας κοντά της τους πιστούς. Και εκείνοι, μελλοθάνατοι πιά, συγκεντρώνονται στον μεγαλύτερο Ναό της Χριστιανοσύνης και ενώνουν τις προσευχές τους προς τον Κύριο. Για αλλή μια φορά, ύστατη, το “Σώσον Κύριε τον Λαόν σου” αντηχεί μέσα στα τεράστια κλίτη της θρυλικής εκκλησιάς, πρίν σβύσει και χαθεί οριστικά στα βάθη των αιώνων. Τά αναμμένα κεριά αγωνίζονται να σκορπίσουν μαζί με το σκοτάδι,τον φόβο και την αγωνία για την επόμενη μέρα. Σε λίγο, όταν πιά έχει νυχτώσει για τά καλά, σιωπή θανάσιμη καλύπτει και τά δυό στρατόπεδα. Μεσα στην Πόλη ένας ολόκληρος Λαός περιμένει με αγωνία το ξημέρωμα και τον επερχόμενο θάνατο. Κι’ απέξω το τούρκικο ασκέρι ονειρεύεται κουρσεμένο βιός, λάφυρα, σκλάβους και πλούτη. Δυό εκ διαμέτρου αντίθετες εικόνες. Δυό λαοί αντιμέτωποι. Και αναμεσά τους, ένα τείχος πού σε λίγες ώρες δεν θά είναι πιά σε θέση να προστατεύσει τους αδύναμους τελευταίους μαχητές μιάς χιλιόχρονης Αυτοκρατορίας από την εξ ανατολών ανερχόμενη βαρβαρική δύναμη, πού σε λίγα χρόνια θα έκανε αισθη-τή την βίαιη παρουσία της σ’ ένα μεγάλο τμήμα της Ευρώπης. Ξημερώμα Τρίτης 29ης
Μαϊου 1453.Η μεγάλη επίθεση αρχίζει Ο Αυτοκράτωρας αγωνιζόμενος σχεδόν μόνος
του, μετά την φυγή του Ιουστινιάνη, απέναντι σε πολυάριθμους εχθρούς, πέφτει ηρωϊκά, εκεί κάπου στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Είναι μεσημέρι πιά. Τά τετρακόσια σήμαντρα και εξηνταδυό καμπάνες της θρυλικής Εκκλησιάς πού για πρώτη φορά σήμαναν στις 27 του Δεκέμβρη του 537,στα εγκαίνια του Ναού, όταν ο εκστασιασμένος από το μεγαλοπρεπές έργο του, Ιουστινιανός, ανέκραξε Το περίφημο: «Νενικηκά σε Σολωμόν», έχουν από ώρες σιγήσει για πάντα. Η τραγική κραυγή εάλω η Πόλη, διατρέχει με ταχύτητα την Ευρώπη και τον Κόσμο ολόκληρο. Η Πόλη έπεσε! Την επόμενη μέρα από την Άλωση, ο Πορθητής εισέρχεται θριαμβευτικά στην Πόλη και διατάζει να εξαφανισθούν όλα τά χριστιανικά σύμβολα. Και φυσικά η Αγιά Σοφιά, πρώτη στην προτίμηση των χιλιάδων κατεδαφιστών της χριστιανικής μνήμης. Καταστρέφουν το Ιερό. Σοβατίζουν τίς περιώνυμες ψηφιδωτές παραστάσεις και γκρεμίζουν τον περίφημο Σταυρό του Θόλου,πού για χίλια χρόνια δέσποζε της Χριστανοσύνης, αγναντεύοντας μέσα από τον Κεράτιο, το Αιγαίο και την Μεσόγειο. Ο πάταγος, όμως πού έκανε πέφτοντας τούτος ο συμβολικός βιγλάτορας τής Ορθοδοξίας, δεν ακούσθηκε μόνον στην Κωνσαντινούπολη. Αντήχησε σ’όλη την Ευρώπη. Και τότε μόνον οι Δυτικοί, ξαφνιασμένοι και ριγώντας, αντιλαμβάνονται με καθυστέρηση ότι στο Ευρωπαϊκό έδαφος εισέβαλλε μια καταστροφική δύναμη πού για πολλούς αιώνες θα παρέλυε την ισχύ τους. Αλλά στην ιστορία, όπως και στην ζωή των ανθρώπων, η εκ των υστέρων λύπη δεν επανορθώνει την απώλεια μιάς στιγμής και χίλια χρόνια, γράφει κάπου ο Τσβαϊχ, δεν μπορούν να εξαγοράσουν μιάς ώρας αμέλεια. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πού η πορεία της Ιστορίας, συχνά καθορίζεται από μερικές μεγάλες και μοιραίες στιγμές. Και αναμφίβολα μια τέτοια ήταν η Τρίτη 29 Μαϊου 1453.Η μερα που έπεσε η Βασιλίδα των πόλεων και μαζί της έδυσε ο χιλιόχρονος βυζαντινός ήλιος. Απο τότε πέρασαν 565 έτη. Σε λίγες μέρες θα βρεθούμε για
μια ακόμη φορά, στην πλατεία του Μυστρά, κάτω από τον καταπράσινο λόφο πού στην κορφή του δεσπόζει η επιβλητική φιγούρα του Βιλεαρδουϊνιου κάστρου και μπρος στον ανδριάντα του Παλαιολόγου και θα τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή στην μνήμη του ηρωικού Αυτοκράτορα και των τελευταίων υπερασπιστών της Πόλης. Μια σιγή πού διαρκεί περισσότερο από 5 ½ αιώνες και διακόπτεται κάθε χρόνο, το απομεσήμερο στις 29 του Μάη. Κι’ αυτός, ο Αυτοκράτορας, ντυμένος βαρειά βασιλική πολεμική ενδυμασία, θα ατενίζει, όπως πάντα, την λιόφυτη κοιλάδα της Λακεδαιμονίας, θωρώντας την μεβλέμμα πικραμένο και μελαγχολικό. Στο ένα χέρι κραδαίνει την αυτοκρατορική σπάθα και το άλλο είναι ελαφρώς υψωμένο σ’ ένα αδιόρατο νεύμα. Μερικοί παθιασμένοι οπαδοί της ιστορικής και πολιτικής λογικής, λένε πώς είναι σημάδι παντοτινού αποχαιρετισμού. Κάποιοι άλλοι, αγιάτρευτα ρομαντικοί και αθεράπευτα αισιόδοξοι το ερμηνεύουν σαν να λεει… στο επανιδείν. Ετσι κι’ αλλοιώς όμως, είτε οι πρώτοι έχουν δίκιο, είτε οι άλλοι, το σίγουρο είναι πώς η χάλκινη κορμοστασιά του Κωνσταντίνου, θα βρίσκεται πάντα εκεί για να θυμίζει σε όλους μάς, μέρες δόξας λαμπρής, κλέους και μεγαλείου, κι’ άλλες γεμάτες λάθη, παραλήψεις, μικρότητες, μισαλλαδοξίες και πάθη. Θα βρίσκεται πάντα εκεί για να θυμίζει σ’ όλους μας, λογικούς ή παράλογα αισιόδοξους, ένα μεγάλο και συγχρόνως μοιραίο γεγονός, πού έμελλε να παίξει και συνεχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο στην μοίρα και την πορεία ενός περίεργου και πολυθρύλητου έθνους. Του Εθνους μας. Του έθνους των Ελλήνων. Ένα γεγονός πού μέσα στην σημερινή γκρίζα και θολή ατμόσφαιρα της παγκοσμιοποιημένης Κοινωνίας μας, κινδυνεύουμε να το λησμονήσουμε. Και αν τελικά συμβεί ποτέ αυτό, θα είναι σαν να ξεχάσαμε για μια ακόμη φορά ανοιχτή την Κερκόπορτα, πού από μέσα της, τούτη τη φορά κινδυνεύει να δραπετεύσει και να χαθεί η εθνική μας μνήμη. Κι’ ακόμη χειρότερα. Η εθνική μας αυτογνωσία. Θα είναι σαν να αλώθηκε για μια ακόμη φορά η Πόλη! Μόνον πού τώρα πια δεν θα βρίσκεται εκεί, στην πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο Κωνσταντίνος και οι τελευταίοι βυζαντινοί μαχητές για να υπερασπιστούν με την ζωή τους και τελικά να καθαγιάσουν με την θυσία τους την εθνική μας αξιοπρέπεια.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Koutsoviti