Ο θάνατος ενός φοίνικα

Παρασκευή, 25 Νοέμβριος 2016 21:31 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Μια φορά κι έναν καιρό έζησε ένας φοίνικας. Tον φύτεψε στα 1936 ένας σπιτονοικοκύρης, στον Νέο Κόσμο της Σπάρτης, μπροστά σ’ ένα σπιτάκι με κεραμίδια, ακριβώς στη γωνιά της αυλής του. Τότε, σ’ αυτή τη λαϊκή γειτονιά, τα σπίτια ήταν μετρημένα στα δάχτυλα… ένα εδώ… ένα εκεί… άλλο παραπέρα. Δρόμοι αχάραγοι, αλάνες, πολλά στενά μονοπάτια, πηγάδια, μπαξέδες, κήποι και ελιές.
Ρίζωσε ο φοίνικας και πρόκοψε. Σήκωσε μπόι κι άρχισε ν’ αγναντεύει πάνω απ’ το φράχτη. Είδε φτώχειες και δυστυχίες πολλές, είδε και λίγες χαρές, άκουσε παράπονα μα και ελπίδες, είδε πόλεμο και πείνα, είδε και τη λευτεριά. Τα νέα τού τα έφερναν οι περαστικοί γείτονες, εκείνοι που σταματούσαν πλάι του για ν’ αλλάξουν δυο κουβέντες, οι φωνές που έφταναν στ’ αυτιά του από τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών και τις ασβεστωμένες αυλές με τις γλάστρες, τα βασιλικά και τις ματζουράνες.
Όταν γεννήθηκα, στα 1954, ο γείτονας ο φοίνικας ήταν ήδη λεβέντης καμαρωτός. Με τα μακριά του κλαδιά απλωμένα αρμονικά γύρω στην κορφή, με τον στέρεο κορμό του γεμάτο με τα συμμετρικά σημάδια που άφηναν τα κλαδιά που γερνούσαν κι έπεφταν από μόνα τους ή τα κλάδευε με το μεγάλο πριόνι ο νοικοκύρης. Αυτά τα κλαδιά, θυμάμαι, τα έπαιρναν οι γείτονες και καθάριζαν τις καμινάδες των τζακιών τους. Επειδή ήταν μακριά και είχαν γύρω-γύρω τα σκληρά φύλλα του φοίνικα, τα έχωναν στην καμινάδα από κάτω από το τζάκι, τα ανεβοκατέβαζαν, τα έστριβαν, κι έπεφτε η καπνιά και καθάριζε το τζάκι, για να μην πιάσει καμιά φωτιά το χειμώνα που λαμπάδιαζαν τα τζάκια. Μια φορά το χρόνο, ο φοίνικας, έβγαζε κάτι μεγάλα τσαμπιά με στρόγγυλους πράσινους καρπούς, σαν χάντρες, που όταν ωρίμαζαν έπαιρναν ένα φωτεινό πορτοκαλί, κεχριμπαρένιο χρώμα και τότε ο φοίνικας καμάρωνε ακόμα πιο όμορφος και στολισμένος με τα γιορντάνια στο λαιμό.
Οι εξωτικοί αυτοί καρποί, που στις μακρινές χώρες του νότου (αυτές που μαθαίναμε στη Γεωγραφία στο σχολείο) ακούγαμε πως τους έλεγαν χουρμάδες και πως εκεί γίνονταν μεγάλοι και γλυκοί και τους έτρωγαν με πολλή ευχαρίστηση οι άνθρωποι με τις άσπρες κελεμπίες και τα μαντήλια τα τυλιγμένα στο κεφάλι, ήταν για μας ένα αξιοθέατο. Δοκιμάζαμε κι εμείς, τα παιδιά της γειτονιάς, τους χουρμάδες του φοίνικα όταν γινωμένοι πια έπεφταν από τα τσαμπιά στο δρόμο, έξωαπό τον φράχτη. Δεν είχαν πολύ φαΐ μέσα τους, ένα τεράστιο καφετί κουκούτσι μόνο, αλλά παίρναμε μια ιδέα από την εξωτική γλυκιά γεύση τους και το άρωμά τους και μπαίναμε κι εμείς νοερά στο καραβάνι που διέσχιζε τη Σαχάρα για να φτάσει στη όαση με το νερό και τις χουρμαδιές.
Τους χειμώνες ο φοίνικας έμοιαζε με ανοιχτή ομπρέλα κάτω από τη βροχή και οι σταγόνες που κυλούσαν και κρέμονταν στις άκρες των μυτερών φύλλων του, έμοιαζαν, όταν έβγαινε ο ήλιος και λαμποκοπούσαν, με κρυστάλλινο πολυέλαιο εκκλησιάς. Αν καμιά φορά έπεφτε και χιόνι ο φοίνικας γινόταν με κάτασπρη κάπα τσοπάνου που τον ξάφνιασε ο χιονιάς σε μια βουνοκορφή.
Τα καλοκαίρια ο φοίνικας γινόταν η φιλόξενη σκιά που μας μάζευε τα μεσημέρια από κάτω της, για ν’ ακούσει την ανασκόπηση των γεγονότων από τις μάχες που δίναμε ή σχεδιάζαμε να δώσουμε με τις άλλες γειτονιές, για τους ποδοσφαιρικούς αγώνες που θα δίναμε στη γειτονική αλάνα, για τα νυχτερινά παιχνίδια που θα σκαρώναμε με παιδική χαρά τα στενά, τα άχτιστα οικόπεδα, τις αυλές, τους κήπους, τους μπαξέδες και τις ελιές, για τις παραστάσεις Καραγκιόζη που θα στήναμε σε κάποια αυλή, για τις αυτοσχέδιες θεατρικές παραστάσεις που θα δίνονταν στην αυλή της κυρα- Σταματικής απέναντι.
Σαν μεγαλώσαμε λιγάκι, κάτω απ’ το φοίνικα ονειρευτήκαμε και αγαπήσαμε και κουβεντιάσαμε τα πρώτα μας ονειροπετάγματα όλη η αθώα και αγνή νεαρο-παρέα, ο Νίκος, η Μαίρη, η Χριστίνα, ο Βαγγέλης, ο Λούης, η Ποτούλα, η Βάσω, ο Αντρέας, η Κανέλλα, ο Θανάσης, ο Γιώργος, ο Τούλης, ο Αντώνης, ο Σπύρος, η Λένα, η Βασούλα, η Πόπη, ο Γιάννης, η Γαρυφαλλιά, η Νίκη, ο Γιώργος, ο Χρήστος, ο Φώτης ο Ζαχαρίας, η Κανέλα, ο Λιας, ο Θανάσης και τ’ άλλα παιδιά συζητώντας για ηθοποιούς και ταινίες, για καινούρια τραγούδια και συγκροτήματα, για τις σχολικές φάρσες, για όσα ΜΟΝΟ τα νέα παιδιά ξέρουν να συζητάνε… Αγγίγματα αθώα, ξεφωνίσματα, λαχτάρες, μαλώματα, ερωτοσκιρτήματα… όλα τ’ άκουσε και τα είδε ο γέρο-Φοίνικας, όμως τα κράτησε μυστικά και πολλά πλούσιος αύξαινε, χρόνο με το χρόνο, σε μπόι, ομορφιά και σοφία.
Τα βράδια του καλοκαιριού τη θέση κάτω από τον φοίνικα τη διεκδικούσαν (και την κέρδιζαν πολλές φορές) οι γειτόνισσες, για να κάνουν τη ρούγα τους όταν δεν πήγαιναν στο πεζοδρόμιο της κυρα - Ντίνας. Η κυρα - Σταματική, που έμενε απέναντι από τον φοίνικα, μόλις απόγερνε ο ήλιος έπαιρνε το σκαμνάκι της κι έπιανε θέση κάτω από το φοίνικα μαζεύοντας σε λίγο γύρω της και τις άλλες γειτόνισσες, ώστε να πιάσουν την «κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη» και να την ξετυλίξουν μέχρι που το φεγγάρι ν’ ανέβει ψηλά στον ουρανό.
Δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι της γειτονιάς που είχαμε κάνει τον φοίνικα φίλο κι αδερφό. Κάθε βράδυ μέσα στα κλαδιά του μαζεύονταν από νωρίς πλήθος αλήτες σπουργίτες «μη έχοντες πού την κεφαλήν κλίναι», για να βρουν κρεβάτι και «να βγάλουν» τη νύχτα. Την ώρα που άνοιγε το «Ξενοδοχείον : Ο ΦΟΙΝΙΚΑΣ» γινόταν τεράστιος σαματάς από τα φωνακλάδικα σπουργίτια που διεκδικούσαν μια θέση για ύπνο. Όταν όλα ταχτοποιούνταν, τότε σώπαιναν κι άκουγαν τις ιστορίες της ρούγας αποκάτω, μέχρι που νανουρισμένα αποκοιμιούνταν ώσπου να χαράξει ο ήλιος.
Ο φοίνικας, εκτός από τ’ άλλα, ήταν για τη γειτονιά κι ένας φάρος πορείας, ένα σταθερό σημείο αναφοράς, για να υπάρχουμε και να έχουμε στίγμα σε μια πόλη που διαρκώς μεγάλωνε τόσο, ώστε κινδυνεύαμε να χαθούμε. Διότι, όταν κάποιος αναζητούσε τη διεύθυνσή μας, το πρώτο που σκεφτόμαστε για να δώσουμε συντεταγμένες ήταν ο Φοίνικας:
-Μετά τον Φοίνικα… αριστερά!
-Τρία σπίτια πριν από τον φοίνικα!
-Πρώτος δρόμος μετά τον φοίνικα!
-Θα σας περιμένουμε κάτω από τον φοίνικα!
Εκεί που ήταν ο φοίνικας, ακριβώς, σταματούσε και το φορτηγό με τον πάγο και πήγαιναν οι νοικοκυρές για πάρουν το κομμάτι τους για το παλιό ψυγείο του σπιτιού. Εκεί σταματούσαν κι οι μανάβηδες που περνούσαν με τα γαϊδουράκια και τα κάρα τους φορτωμένα με φρούτα και λαχανικά. Εκεί κι ο μπαρμπα - Βαγγέλας με το καροτσάκι του γεμάτο παγωτό, μαντζούνια, κουλουράκια και πορτοκαλάδες. Εκεί και ο Γκίκας ο κουλουράς και ο γιαουρτάς και ο τυροπιτάς που έχω ξεχάσει τα ονόματά τους, ενώ κι ένας παλιατζής μελαψός και αξούριστος με μια λερή τραγιάσκα που γύριζε με το σακί στον ώμο γεμάτο χαλκώματα, εκεί, στο πεζούλι κάτω απ’ τον φοίνικα καθόταν για να πάρει ανάσα κι έβγαζε την τραγιάσκα του και σφούγγιζε το ιδρωμένο κούτελο και το κεφάλι του αναστενάζοντας. Ήταν, με λίγα λόγια, ο φοίνικας, κάτι σαν τη στάση των σημερινών λεωφορείων, μια στάση ανθρώπων όμως, μια στάση που αποβιβάζονταν κι επιβιβάζονταν στιγμές της ζωής των ανθρώπων, για να δεθούν με την ιστορία του φοίνικα και να γίνουν αθάνατες.
Πέρασαν τα χρόνια, άλλαξε η γειτονιά, σπίτια ψηλά και πολυκατοικίες, δρόμοι και πλατείες και πεζοδρόμια, οι παλιοί γείτονες«έφευγαν» ένας –ένας, σταμάτησαν οι ρούγες, οι «αγωνιστές του δρόμου» έπαψαν να υπάρχουν σαν επαγγέλματα, τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στους δρόμους κι εμείς, η παλιά νεαρο-παρέα, σημειώσαμε «απουσίες στα μητρώα», το διαλύσαμε κι αραιώσαμε, σπουδάσαμε, πήγαμε φαντάροι, παντρευτήκαμε, πιάσαμε δουλειά, αλλάξαμε χώρα, πόλη ή γειτονιά και ΜΟΝΟ ο φοίνικας του Νέου Κόσμου, με συντροφιά τους σπουργίτες του που δεν τον απαρνήθηκαν ποτέ, παρέμενεασάλευτος στη θέση του, ακμαίος, αγέρωχος κι ευθυτενής, ένας άπαρτος πύργος, οχυρό της ζωής, της ιστορίας και των αναμνήσεων της γειτονιάς μας. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφο και συγκινητικό για μας που παραμείναμε στη γειτονιά ή για εκείνους που έρχονταν ή επέστρεφαν μετά από χρόνια πολλά, να βρίσκουμε κάτι απείραχτο και αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο στη γειτονιά του Νέου Κόσμου, να μας καλημερίζει και να μας καληνυχτίζει και να μας λέει το καλωσόρισες.
Όταν ακούσαμε πως στην Ελλάδα έφτασε ένα σκαθάρι που τρώει και ξεραίνει τους φοίνικες ανησυχήσαμε πολύ στη γειτονιά. Αρχίσαμε να βλέπουμε στη Σπάρτη ξεραμένους φοίνικες και η καρδιά μας σφιγγόταν. Όμως ο φοίνικάς μας παρέμενε όρθιος και ζωντανός κι εμείς ελπίζαμε πως δεν θα τον έβρισκε το κακό σε τούτη την απόμερη γωνιά της Σπάρτης. Το καλοκαίρι, μάλιστα, που ήρθε ο σπιτονοικοκύρης από την Αμερική, έβαλε και τον κλάδεψαν και τον καθάρισαν και τον περιποιήθηκαν. Κάποιοι κακορίζικοι του είπαν να τον κόψει, αλλά εκείνος τους απάντησε πως δεν «του πήγαινε» να το κάνει “…τόσω χρονώ δέντρο με τόση ιστορία για το σπίτι και τη γειτονιά”.
Σανέφυγε, όμως ο νοικοκύρης, αρχές του Σεπτέμβρη, ήρθαν τα μαύρα μαντάτα:
Τα κλαδιά του φοίνικά μας έχασαν την ζωηράδα τους κι άρχισαν να γέρνουν προς τα κάτω. Ύστερακιτρίνισαν και ξεράθηκαν κι άρχισαν να ξεκολλάνε από την κορφή και να πέφτουν. Το σκαθάρι είχε χτυπήσει. Κι έμοιαζε, πια, ο φοίνικάς μας, όπως ένας πολεμιστής που αρνιέται να παραδοθεί κι έχει πέσει στα γόνατα και τον πελεκάνε αλύπητα οι οχτροί, ρίχνοντάς του κάτω την ασπίδα, την περικεφαλαία και τον θώρακα, το σπαθί και το κοντάρι και τον αφήνουν έτσι, κουφάρι γυμνωμένο, εκεί απάνω στην πολεμίστρα που κράτησε ηρωικά80 ολόκληρα χρόνια.
Τώρα, ο φοίνικας του Νέου Κόσμου, είναι μόνο ένα ξερό δεντρί που παρακαλάει να σεβαστούν και να λυπηθούν το νεκρό του σώμα.
-Πάει… ξεράθηκε… πέθανε…, λένε οι περαστικοί!
Όμως, εμείς ξέρουμε πως έτσι δεν είναι. Εμείς, τα παιδιά του φοίνικα, ξέρουμε πως καθώς οι άνθρωποι που αγάπησαν και αγαπήθηκαν σε τούτη τη ζωή δεν «πεθαίνουν» ακόμα κι αν πεθάνουν, έτσι κι ο φοίνικάς μας δεν θα πεθάνει ΠΟΤΕ όσο θα ζουν άνθρωποι που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, άνθρωποι που θα μοιράζονται τις ιστορίες και τις αναμνήσεις της ζωής τους με τα παιδιά και τ’ αγγόνια, λέγοντάς τους το παραμύθι του φοίνικα:
«Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ στον Νέο Κόσμο της Σπάρτης, στη γωνιά του κήπου ενός χαμηλού σπιτιού με κεραμίδια, ήταν ένας Φοίνικας…»

«Έρμο το δεντράκι του άφησε
Ο νοικάρης του τ’ αηδόνι
(Έρμο το σπιτάκι μου άφησε
η νοικάρα μου η χαρά).»
Μήτσος Παπανικολάου - «ΛΑΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΜΟΥ»

Έκθεση εικόνων

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
RIGAKOS
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
LINARDI

Πρόσφατα Νέα

GOUTOS
Koutsoviti