Αναγνώριση Υπόπτων και Αρχή της Δίκαιης Δίκης

Πέμπτη, 15 Σεπτέμβριος 2016 19:57 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Στο γνωστό νομικό περιοδικό «ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» τεύχος 6ο Ιουνίου 2016 δημοσιεύθηκε ένα άρθρο με τίτλο: «Αποδεικτικές απαγορεύσεις και δίκαιη δίκη» του καθηγητή Ποινικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.) Αδάμ Χ. Παπαδαμάκη, το οποίο είναι άκρως ενδιαφέρον περί του θέματος που διαπραγματεύεται.
Στέκομαι σε μία παράγραφο του έγκριτου καθηγητή όπου αναφέρεται στην αρχή της «ΔΙΚΑΙΗΣ ΔΙΚΗΣ». Επισημαίνει λοιπόν: «Τότε μόνο μία δίκη είναι έντιμη και δίκαιη, όταν ένα παρανόμως κτηθέν αποδεικτικό μέσο δεν επιτρέπεται να αξιολογηθεί. Αν λοιπόν δεν αποτελεί σκοπό της ποινικής δίκης η με οποιοδήποτε τίμημα αναζήτηση της αλήθειας, πρέπει ασφαλώς να διαφυλαχθεί με κάθε τίμημα ο κατηγορούμενος, προκειμένου να μην καταστεί από δικονομικό υποκείμενο σε απλό αντικείμενο. Επομένως η αρχή της δίκαιης δίκης και η προστασία των ατομικών εννόμων αγαθών μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για το αξιοποιήσιμο ή μη των αποδεικτικών μέσων στην ποινική δίκη».
Προσπορίζομαι φυσικά ως νομικός απολύτως τα ανωτέρω και χάρηκα που ο εξέχων καθηγητής του ποινικού Δικαίου εμμέσως πλην σαφώς, εντοπίζει τον κίνδυνο ο κατηγορούμενος – σε μία ποινική υπόθεση – εύκολα να καταστεί απλό αντικείμενο της ποινικής δίκης, δηλαδή κάτι «τιποτένιο» και «ευτελές», αν παραβιασθούν θεμελιώδη δικαιώματά του, που το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ προστατεύει. (άρθρο 6 Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που έχει κυρώσει η χώρα μας: «Παv πρόσωπov έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς τoυ δικασθή δικαίως, δημόσια και εvτός λoγικής πρoθεσμίας υπό αvεξαρτήτoυ και αμερoλήπτoυ δικαστηρίoυ, voμίμως λειτoυργoύvτoς, τo oπoίov θα απoφασίση είτε επί τωv αμφισβητήσεωv επί τωv δικαιωμάτωv και υπoχρεώσεώv τoυ αστικής φύσεως, είτε επί τoυ βασίμoυ πάσης εvαvτίov τoυ κατηγορίας πoιvικής φύσεως»).
Η αρχή της δίκαιης δίκης, δεν αφορά ούτε αξιώνει την εφαρμογή της μόνον επί της κύριας διαδικασίας, δηλαδή μόνον όταν διεξάγεται η ποινική δίκη στο Δικαστήριο. Επιβάλλεται αυτεπάγγελτα να εφαρμόζεται ως προς όλες τις εκφάνσεις αυτής, πρώτα και κύρια από την Εισαγγελική και Ανακριτική Αρχή στο πλαίσιο της προανάκρισης και κυρίας ανάκρισης, όσο και επί της προπαρασκευαστικής διαδικασίας και των Δικαστικών συμβουλίων.
Ειδικά στο πλαίσιο της ανακριτικής διαδικασίας, η αρχή της Δίκαιης Δίκης εντοπίζεται στο επιτρεπτό συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων, μέσω των οποίων ο Ανακριτής θα συλλέξει και θα διατηρήσει τις αποδείξεις όπως επιτάσσει το άρθρο 251 ΚΠοινΔ, περαιτέρω δε θα εξασφαλίσει τα ίχνη του διωκόμενου εγκλήματος.
Για άλλη μια φορά αισθάνομαι την ανάγκη ως νομικός και μαχόμενος δικηγόρος να επικαλεστώ αυτά που ρητά ορίζονται στο άρθρο 239 ΚΠοινΔ και που δυστυχώς αρκετοί ανακριτές φαίνεται να ξεχνούν!!! Ότι σκοπός της ανάκρισης είναι «η συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η τέλεση εγκλήματος και να αποφασιστεί αν πρέπει να εισαχθεί κάποιος σε δίκη γι’ αυτό. Κατά την ανάκριση γίνεται καθετί που μπορεί να βοηθήσει την εξακρίβωση της αλήθειας, εξετάζεται και βεβαιώνεται αυτεπαγγέλτως όχι μόνο η ενοχή, αλλά και η αθωότητα του κατηγορουμένου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής.
Αυτό που αρκετοί ανακριτές ξεχνούν είναι ότι οφείλουν να εξακριβώνουν όχι μόνο την ενοχή αλλά και την αθωότητα του κατηγορουμένου, στο πλαίσιο δε της εν λόγω υποχρεώσεώς τους, οφείλουν να μην επενδύουν σε παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα για να στερήσουν την προσωπική ελευθερία του διωκόμενου πολίτη. Μία ανάκριση γίνεται για να κριθεί εάν θα εισαχθεί ο κατηγορούμενος σε ποινική δίκη και όχι για να εισαχθεί κατ’ ανάγκη σε δίκη.
Όποιες και όσες πληροφορίες κι αν έχει ο Ανακριτής από την Αστυνομική Αρχή για το ποιόν και το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, όσα κι αν έχουν φτάσει έξω και πέρα από τη δικογραφία «στα αυτιά του», όσο κι αν εκ της δικογραφίας προκύπτει η αναγνώριση του κατηγορουμένου ως δράστη από μια μαρτυρία αυτόπτη, που φαίνεται να τον έχει αναγνωρίσει από φωτογραφία ή σκίτσο, ο Ανακριτής οφείλει σεβόμενος τον εαυτό του και υπακούοντας το νόμο, να αξιολογεί και να εξακριβώνει τη νομιμότητα και την αλήθεια, να αποκαλύπτει τη σκοπιμότητα των πληροφοριών και να την διακρίνει από την απατηλή νομιμοφάνεια των αποδείξεων.
Εφ όσον δε διαπιστώνει ότι παραβιάστηκε ευθέως, άλλως εκ πλαγίου η αρχή της δίκαιης Δίκης, οφείλει να μην στερεί απ’ τον κατηγορούμενο το ύψιστο αγαθό της προσωπικής του ελευθερίας.
Εισέρχομαι όμως εις την ειδικότερη προβληματική του παρόντος άρθρου μου: Δεν είναι λίγες οι φορές που η οπτική αναγνώριση ενός υπόπτου, μέσα από ένα σκίτσο του ή μια φωτογραφία του, αναγάγετε σε θεμελιώδες στοιχείο ενοχής του, στο πλαίσιο της διεξαχθείσας ανακριτικής διαδικασίας αλλά και στην ποινική δίκη που επακολουθεί.
Ένα παράδειγμα θα σας δώσω από τα Λακωνικά ας μου επιτραπεί να πω ποινικά χρονικά: Την 2/11/2009 συνελήφθη από το τμήμα Ασφαλείας Σπάρτης ως ύποπτος για την γνωστή ληστεία στο υποκατάστημα των ΕΛΤΑ Γερακίου Λακωνίας ο αλλοδαπός υπήκοος Γεωργίας GIORGI ΜΑΙSURADZE του TARIEL, καθ’ όλα φιλήσυχος και νομοταγής πολίτης, ο οποίος ζούσε επί έτη στην πόλη μας με την οικογένειά του και εργαζόταν εδώ χωρίς να έχει ποτέ δημιουργήσει κανένα πρόβλημα με τις κοινωνικές του δραστηριότητες. Η σύλληψή του βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο σε ένα σκίτσο της ΕΛΑΣ το οποίο φιλοτεχνήθηκε βάσει αναγνώρισης του προσώπου του δράστη από αυτόπτη μάρτυρα ο οποίος περιέγραψε τα χαρακτηριστικά του ληστή τον οποίο είδε και έδωσε το έναυσμα στην ΕΛΑΣ να σκιτσάρει το πρόσωπό του. Επακολούθησε η σύλληψη του Maisuradze,η προσαγωγή του στην Ασφάλεια και η αναγνώρισή του από μάρτυρα. Ο συλληφθείς κατά τον μάρτυρα ήταν ο ένας εκ των δύο ληστών, διότι το πρόσωπό του έμοιαζε με το σκίτσο του δράστη που είχε φιλοτεχνήσει η αστυνομία, βάσει της περιγραφής των χαρακτηριστικών του εγκληματία, όπως τα είχε δώσει ο αυτόπτης μάρτυρας.
Το παράδοξο είναι ότι ο πραγματικός εγκληματίας φορούσε κατά τη στιγμή της ληστείας καπέλο τύπου τζόκεϊ, το οποίο το είχε κατεβασμένο στο ύψος τον φρυδιών, ίσα που έκρυβε τα μάτια του. Άρα ο αυτόπτης μάρτυρας δεν μπορούσε να διακρίνει καν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του πραγματικού δράστη – ληστή, που φέρεται ότι αναγνώρισε, ώστε βάσει αυτών να γίνει το επίμαχο σκίτσο, ούτε μπορούσε να τα ταυτοποιήσει με αυτά του ατυχούς συλληφθέντα Giorgi Maisuradze. Επρόκειτο συνεπώς για μία ταυτοποίηση «στον αέρα» που στηρίχθηκε σε ένα σκίτσο!!!
Κι όμως, με βάση ένα σκίτσο!!! και την κατάθεση του μάρτυρα ότι «Βάσει του σκίτσου μοιάζει με τον δράστη, ο κατηγορούμενος» ο ανωτέρω συλληφθείς – που μπορούσε να είναι και ο καθένας από εμάς που έμοιαζε στο σκίτσο της αστυνομίας – καταδικάσθηκε πρωτοδίκως σε συνολική ποινή κάθειρξης 18 ετών και φυλάκιση 6 μηνών, δεν του χορηγήθηκε ανασταλτικό αποτέλεσμα στην έφεση, διότι κρίθηκε ότι αποτελούσε δυναμική απειλή κατά της εννόμου τάξεως, οδηγήθηκε σε πολλές φυλακές της χώρας, έμεινε φυλακισμένος επί 28 αν θυμάμαι καλά μήνες, ξεκληρίστηκε οικογενειακώς, αφού διαλύθηκε η νεοσύστατη οικογένειά του (μόλις είχε γίνει πατέρας ενός νηπίου) και όταν έγινε το Μικτό Ορκωτό Εφετείο στο Ναύπλιο ΑΘΩΩΘΗΚΕ ομοφώνως πανηγυρικά, διότι απεδείχθη ότι η καταδίκη του ήταν μία πλάνη!!!
Πρόκειται για μία σύγχρονη υπόθεση «dreifus». Δυστυχώς όμως δεν είναι η πρώτη φορά που αθώοι προφυλακίζονται και καταδικάζονται μόνο από την επισφαλή αναγνώρισή τους, μέσα από επίδειξη φωτογραφιών ή σκίτσων που επιδεικνύονται σε μάρτυρες απ’ την ΕΛΑΣ χωρίς καν να τηρούνται τα ελάχιστα εχέγγυα αξιοπιστίας που επιβάλλονται όταν καλείται κάποιος να προβεί σε αναγνώριση υπόπτου.
Δράττομαι λοιπόν της ευκαιρίας, ως ελάχιστη συμβολή μου στον αγώνα του κάθε Δικηγόρου για τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και τη διαρκή προάσπιση των Δικαιωμάτων και των προσωπικών ελευθεριών του πολίτη, να γράψω τα εξής: Ο ανακριτής και κατ’ επέκταση το Δικαστήριο όταν έχουν μπροστά τους μια μαρτυρία περί αναγνώρισης ενός υπόπτου, θα πρέπει να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως, εάν η μαρτυρία αυτή είναι υψηλής ή χαμηλής ποιότητας. Σειρά ερωτημάτων εξασφαλίζουν την ποιότητα μιας μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτου, ως δράστη εγκλήματος.
Πρώτον: Πόσο χρόνο μπόρεσε να παρατηρήσει τον κατηγορούμενο ο μάρτυρας που φέρεται ότι τον αναγνώρισε;
Δεύτερον: Από ποια απόσταση ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο;
Τρίτον: Ποιές ήταν οι επικρατούσες συνθήκες φωτισμού τη στιγμή ή τον χρόνο της παρατήρησης;
Τέταρτον: Ποιά η κατάσταση του μάρτυρα αναγνώρισης από πλευράς ψυχοσωματικής υγείας; Η υγεία του και η όρασή του, του επέτρεπαν την ασφαλή παρατήρηση υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες φωτισμού και τη συγκεκριμένη απόστασή του από τον κατηγορούμενο;
Πέμπτον: Υπήρχαν στο σημείο παράγοντες ή εμπόδια που περιόριζαν την ασφαλή παρατήρηση του υπόπτου;
Έκτον: Είχε άλλη φορά δει προηγουμένως ο μάρτυρας αναγνώρισης τον κατηγορούμενο οπουδήποτε αλλού; Υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να τον θυμάται; (να του «κάτσει» το πρόσωπό του;)
Έβδομον: Πόσος χρόνος πέρασε απ’ την πρώτη παρατήρηση του κατηγορουμένου από το μάρτυρα, έως την αναγνώρισή του, μετά τη σύλληψή του;
Όγδοον: Διακρίνονται ουσιώδεις αποκλίσεις μεταξύ της περιγραφής του δράστη όπως εδόθη αρχικώς στην Αστυνομία και της πραγματικής εικόνας του συλληφθέντος κατηγορουμένου;
Σημειώνεται ότι η αναγνώριση του κατηγορουμένου εξαρτάται πρωτίστως από την παρατηρητικότητα, την μνήμη και τον χαρακτήρα του προσώπου που τον αναγνωρίζει. Αν στηρίζεται όπως τις περισσότερες φορές συμβαίνει, σε ένα φευγαλέο βλέμμα ή σε μιας μεγαλύτερης μεν διάρκειας παρατήρηση, που όμως έγινε υπό δύσκολες επικρατούσες συνθήκες, χωρίς τίποτε άλλο να την επιβεβαιώνει, τότε η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως χαμηλής ποιότητας και να μην αξιολογείται σε βάρος του κατηγορουμένου.
Είναι άλλωστε επιβεβαιωμένο, ότι οι πιθανότητες να κάνει λάθος ο μάρτυρας αναγνώρισης είναι πολύ μεγάλες. Αυτό έχει προκύψει από έρευνες και στηρίζεται στο αληθές γεγονός ότι τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης και μνήμης είναι πεπερασμένα. Οι αναμνήσεις των ανθρώπων δέχονται οι ψυχίατροι ότι εμπλουτίζονται συνεχώς, ο δε εμπλουτισμός γίνεται με υποσυνείδητες διαδικασίες, όμως οι αναμνήσεις χάνονται, αναδομούνται, ενημερώνονται με νέες πληροφορίες και εν τέλει αλλοιώνονται. Όπως έχει αποδειχθεί επιστημονικά οι αναμνήσεις από μόνες τους δεν αποτελούν βάση για τη δημιουργία μιας ποινικής υπόθεσης.
Όταν μάλιστα η αναγνώριση βασίζεται ΜΟΝΟΝ στην επίδειξη ενός σκίτσου του δράστη ή μιας φωτογραφίας όπως η Αστυνομία την «σερβίρει» στο μάρτυρα ή μόνο σε μία οπτική επαφή του μάρτυρα με τον ύποπτο και δεν είναι αποτέλεσμα αναγνώρισης που έγινε με χρήση ΔΙΠΛΩΝ ΣΕΙΡΩΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΥΠΟΠΤΩΝ και παρουσίασης φωτογραφιών, ΧΩΡΙΣ κανένας από τις σειρές αναγνώρισης να ξέρει ποιος είναι ο ύποπτος, τότε μιλάμε για παρωδία αναγνώρισης!!!
Η σωστή και αδιάβλητη αναγνώριση του υπόπτου είναι αυτή που ο αστυνομικός αποφεύγει να καθοδηγήσει το μάρτυρα στην αναγνώριση κάποιου συγκεκριμένου ατόμου ως ενόχου.
Αυτό το εγγυάται μόνο η τοποθέτηση πολλών υπό αναγνώριση υπόπτων σε παράταξη (σειρά) και μάλιστα σε διπλή σειρά, χωρίς τα άτομα αυτά που τίθενται υπό αναγνώριση σε παράταξη, να γνωρίζουν ποίος θεωρείτε ύποπτος μεταξύ τους.
Εν συνεχεία ο μάρτυρας καλείται να δει τα σε παράταξη άτομα και να αναγνωρίσει τον ύποπτο. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να παρουσιάζονται στον μάρτυρα φωτογραφίες πολλών ατόμων, θεωρητικά υπόπτων, μεταξύ των οποίων καλείται να αναγνωρίσει τον ύποπτο.
Η αστυνομία όμως απ’ όσο γνωρίζω δεν κάνει τέτοια διαδικασία αναγνώρισης.
Ο Ανακριτής έχει υποχρέωση να ενημερώνει τον μάρτυρα αναγνώρισης ότι η διερεύνηση για την αποκάλυψη του δράστη του εγκλήματος θα συνεχιστεί ακόμα κι αν ο μάρτυρας αναγνωρίσει κάποιον ως ύποπτο. Μόνον έτσι ο μάρτυρας αποφορτίζεται και δεν πιέζεται να αναγνωρίσει οπωσδήποτε κάποιον ως ύποπτο.
Η Αστυνομία θα πρέπει να τονίζει στο μάρτυρα αναγνώρισης ότι κρίσιμο δεν είναι μόνο να βρεθεί ο ένοχος, αλλά και να μην κατηγορηθεί ένας αθώος άδικα.
Ακούστε κάτι ανατριχιαστικό κατ’ εμέ: Το 73% των περιπτώσεων αθώων που προφυλακίστηκαν ή αρχικώς καταδικάστηκαν, οι οποίοι αποδείχθηκαν εν τέλει αθώοι από τελεσίδικες αποφάσεις που στηρίχθηκαν σε μετέπειτα εξετάσεις DNA, έδειξε ότι οι άνθρωποι αυτοί βρέθηκαν προφυλακισμένοι ή αρχικώς καταδικασμένοι από λανθασμένη αναγνώριση αυτόπτη μάρτυρα!!! Περαιτέρω είναι γνωστό και επιβεβαιωμένο επιστημονικά ότι όσο μεγαλύτερο είναι το πέρασμα του χρόνου, τόσο περισσότερο επηρεάζεται η θύμηση ενός γεγονότος. Η λήθη του ανθρώπου εξελίσσεται κατά τρόπο λογαριθμικό. Ξεχνάει ταχύτατα στην αρχή, ενώ με το πέρασμα του χρόνου ο ρυθμός της λήθης επιβραδύνεται. Αυτό βέβαια δεν είναι κανόνας και δεν αφορά όλες τις περιπτώσεις, διότι κάποιες πληροφορίες όπως αυτές που αφορούν την κινητική μας δραστηριότητα, δεν ξεχνιούνται ποτέ. Επίσης είμαστε σίγουροι ότι θυμόμαστε μια λέξη, αλλά δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε στην μνήμα ένα όνομα. Όμως ο κανόνας, ανεξαρτήτως εξαιρέσεων, παραμένει αληθινός.
Από τη στιγμή λοιπόν που ο αυτόπτης μάρτυρας παίζει κομβικό ρόλο σ’ ένα μεγάλο μέγεθος ποινικών υποθέσεων και η αναγνώριση του υπόπτου από έναν αυτόπτη μάρτυρα, αποτελεί το μοναδικό στοιχείο στο οποίο σε πλείστες περιπτώσεις στηρίζονται οι αρχές για να ασκήσουν διώξεις, ο Ανακριτής και το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ επιφυλακτικοί με τέτοιες μαρτυρίες.
Οι καταθέσεις αναγνώρισης υπόπτων δεν θα πρέπει να θεωρούνται εκ προοιμίου ασφαλείς διότι:
Κατ’ αρχήν υφίσταται το στοιχείο της «ανθρώπινης ευπάθειας» στις υποδείξεις που οι μάρτυρες δέχονται από την Αστυνομία. Οι πιέσεις από τις αστυνομικές και τις δικαστικές αρχές, από τα ΜΜΕ, από τους εμπλεκόμενους με την υπόθεση, από την κοινή γνώμη, κάνουν την κάθε μαρτυρία αρκετά επισφαλή και ευπαθή.
Η ηλικία κατά δεύτερον του αυτόπτη μάρτυρα πρέπει πάντα να αξιολογείται και αναλόγως να σταθμίζεται η κατάθεση. Τα μικρά παιδιά και οι μεγάλοι άνθρωποι αναγνωρίζουν σημαντικά χειρότερα σε σχέση με τους νεαρούς και λοιπούς ενήλικες. Ειδικά τα παιδιά είναι πιο ευάλωτα από όλους στην κοινωνική πίεση.
Επίσης πρέπει ο Δικαστής να εκτιμά την ικανότητα αναγνώρισης του μάρτυρα. Η λανθασμένη προφυλάκιση και πολύ περισσότερο η καταδίκη ενός αθώου, είναι το πλέον φοβερό σφάλμα στην απονομή της δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και θα πρέπει να τηρούνται ελάχιστα «standards» από τους διενεργούντες την διαδικασία αναγνώρισης υπόπτων, ώστε να διασφαλίζεται η αξιοπιστία της όλης διαδικασίας.
Πρώτον θα πρέπει όλοι οι συμμετέχοντες σε μια σειρά αναγνώρισης να ταιριάζουν στην περιγραφή του υπόπτου, όπως την έκανε ο μάρτυρας.
Δεύτερον ο μάρτυρας ή οι μάρτυρες αναγνώρισης θα πρέπει να ενημερώνονται πριν προβούν στην αναγνώριση, ότι ο δράστης μπορεί να μην είναι παρών στην αναγνωριστική παράταξη σε σειρά, των πιθανών υπόπτων.
Τρίτον οι αξιωματικοί της αστυνομίας που διενεργούν τη διαδικασία της αναγνώρισης θα πρέπει να έχουν άγνοια σε σχέση με τον πραγματικό δράστη.
Τέταρτον θα ήταν αντικειμενικότερο να ακολουθηθεί η εφαρμογή της μεθοδολογίας αναγνώρισης μέσα από την παρουσίαση στο μάρτυρα μιας προς μιας της παρουσίασης των φωτογραφιών υπόπτων και με τον στόχο να απουσιάζει αρχικά από το πλαίσιο των φωτογραφιών αυτών. Αυτή η μέθοδος είναι αξιόπιστη περισσότερο από την άλλη που συνήθως ακολουθείται και έγκειται στην εν σειρά ταυτόχρονη παρουσίαση φωτογραφιών υπόπτων με τη φωτογραφία του στόχου της αναγνώρισης παρούσα στο όλο πλαίσιο.
Πέμπτον: Η εκτίμηση της σιγουριάς του μάρτυρα σε σχέση με την επιλογή του θα πρέπει να γίνεται κατά την στιγμή της αναγνώρισης και πριν γίνει οποιοδήποτε σχόλιο σε σχέση με το αν αυτός που αναγνωρίστηκε είναι και ο δράστης του εγκλήματος.
Κλείνοντας θα πω ότι: Ο Δικαστής που εμφορείται από πνεύμα δικαίου, οφείλει να εφαρμόζει το αξίωμα ότι ακόμα και ο πιο ειλικρινής μάρτυρας μπορεί να κάνει λάθος. Γι αυτό θα πρέπει να προειδοποιεί το μάρτυρα αναγνώρισης, για την ανάγκη επίδειξης ειδικής προσοχής, πριν αναγνωρίσει τον πραγματικό εγκληματία στο πρόσωπο συγκεκριμένου υπόπτου.
Η έως σήμερα πορεία μου, μου έχει δείξει ότι όλα τα παραπάνω ΔΕΝ ΤΗΡΟΥΝΤΑΙ!!!
Η αναγνώριση του δράστη γίνεται συνήθως όπως τη θέλει η αστυνομία.
Δηλαδή: Μέσα από μια φωτογραφία που επιδεικνύεται στο μάρτυρα, ο τελευταίος καταθέτει ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, αφού τάχα του επεδείχθη σειρά φωτογραφιών υπόπτων (κάτι που έχω δικαίωμα να αμφισβητήσω ότι πραγματικά συνέβη, από την στιγμή που αυτό από πουθενά δεν αποδεικνύεται) και χωρίς ο μάρτυρας να καλείται να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο εν μέσω πολλών υπόπτων που έχουν τεθεί σε αναγνωριστική παράταξη (σειρά), είτε με τον «στόχο» ανάμεσά τους, είτε χωρίς τον «στόχο» ανάμεσά τους.
Το πλέον όμως άδικο και απαράδεκτο είναι όταν ακολουθείται και ενώπιον του ανακριτή μία εντελώς «ευτελής» διαδικασία αναγνώρισης όπου ο αναγνωρισθείς δράστης από μία φωτογραφία!!! στέκεται απέναντι στο μάρτυρα ΜΟΝΟΣ και όχι εν μέσω πολλών που ομοιάζουν με αυτόν, ο μάρτυρας «πιέζεται» ερωτώμενος: «Είναι αυτός»; Και όταν διστάζει να τον αναγνωρίσει μετά βεβαιότητας, εξακολουθεί να πιέζεται να πει ένα «Ναι» ή ένα «Όχι» ώσπου να πει εν τέλει το πολυπόθητο και μαγικό για την ανάκριση «Ναι» και να λήξει η όλη διαδικασία της καλής και αξιόπιστης δίωξης!!!
Το φαινόμενο τέτοιων «παρωδιών αναγνώρισης» ακολουθείται κυρίως όταν η δίωξη στρέφεται κατά «ROMA» ή άλλων ευπαθών ομάδων που έχουν οι περισσότεροι βεβαρυμμένο ποινικό παρελθόν. Στις περιπτώσεις αυτές φαίνεται ότι χρειάζεται στην αστυνομία οπωσδήποτε, πέραν της τήρησης του δικονομικού τύπου και της ουσίας μία πάση θυσία αναγνώριση του στοχοποιημένου δράστη από έναν μάρτυρα, για να οδηγηθεί στη φυλακή, προφυλακισμένος.
Είναι από τις περιπτώσεις που προσωπικά λυπάμαι για την ποιότητα απονομής της Δικαιοσύνης στη χώρα μου.
Επιμέλεια σύνταξης
Η ασκούμενη Δικηγόρος
Μαρία-Ελένη Λιαπάκου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Σπανός Γεώργιος