Ο γεροπλάτανος

ΕΑΣ Λακωνίας | ΟΣΔΕ 2019

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 08 Μάρτιος 2019 12:08 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Ο γεροπλάτανος

Μια φορά κι έναν καιρό στην πλατεία ενός χωριού ήταν ένας γέρος πλάτανος. Ο πλάτανος αυτός μετρούσε τα χρόνια. Είχε μετρήσει εκατοντάδες. Ήξερε όλα τα μυστικά των ανθρώπων του χωριού. Τα κλαδιά του φτάνανε μέχρι την πιο απομακρυσμένη αυλόπορτα. Στα φύλλα του αηδόνια τραγουδούσανε και χιλιάδες πουλιά φωλιάξανε. Στη σκιά του, καθόντουσαν οι άντρες του χωριού, παίξανε χαρτιά και συχνά πυκνά μαλώνανε.

Κάθε Σάββατο κάτω από τον πλάτανο στηνόταν εμποροπανήγυρη. Πραματευτάδες ερχότανε από μακριά με γαϊδούρια. Διαλαλούσαν και  πουλούσαν τις πραμάτειες τους.
- Έχω τσατσάρες, κιούπια, κουδούνια...

Οι γυναίκες συναντιόντουσαν εκεί και λέγανε τα μυστικά τους. Έλεγαν και έλεγαν... Ο γεροπλάτανος ποτέ δεν είχε πει κουβέντα για κανέναν. Μια μέρα ο παπάς του χωριού συναντήθηκε κάτω από τον πλάτανο με τον πρόεδρο. Στην κουβέντα επάνω πέφτει μια κουτσουλιά στα γένια του παπά.
- Πρέπει να κόψουμε τον πλάτανο πρόεδρε, είπε ο παπάς θυμωμένος και πήγε να πλυθεί στην βρύση δίπλα από τον πλάτανο.
- Στη θέση του λέω να χτίσουμε ένα πανδοχείο για να μπορούν οι περαστικοί και τα ζώα τους να περνούν τη νύχτα τους, είπε ο πρόεδρος.
- Θα βγάλουμε πολλά λεφτά πρόεδρε! είπε χαμογελώντας. Μόλις το άκουσε αυτό ο πλάτανος, ταράχτηκε.
- Αχάριστοι που είναι οι άνθρωποι, είπε, εγώ τους χάριζα τόσα χρόνια τη σκιά μου κι εκείνοι μου το ξεπληρώνουν με τον χειρότερο τρόπο... Ας είναι.

Ο πρόεδρος μάζεψε αμέσως τους συγχωριανούς του και τους ανακοίνωσε την απόφαση.
- Για το καλό του χωριού, τους είπε.
  Το άλλο πρωί όλοι πήραν τσεκούρια και ξεκίνησαν να κόβουν τον πλάτανο. Οι τσεκουριές πέφτανε η μία μετά την άλλη.
  Τ’ αηδόνια πέταξαν τρομαγμένα. Τα πουλιά έφυγαν. Ο πλάτανος δεν άργησε να σωριαστεί στη γη. Το χωριό σείστηκε κι ο τόπος γέμισε φύλλα και κλαδιά.

Σαράντα μέρες κάνανε οι χωριανοί να κόψουνε τον κορμό σε μικρά κομμάτια. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες οι γυναίκες σκουπίζανε τα φύλλα από τις αυλές τους.

Σε λίγο καιρό πάνω στις ρίζες του πλάτανου χτίσανε το πανδοχείο. Πέτρινο, με δύο πατώματα, πέντε δωμάτια και μια μεγάλη σάλα. Οι περαστικοί σταματούσαν να ξεκουραστούν οι ίδιοι και τα ζωντανά τους. Αφού τρώγανε καλά πέφτανε για ύπνο. Τα μεσάνυχτα, πάνω στον καλύτερο τους ύπνο, από τα θεμέλια του πανδοχείου έβγαινε μια δυνατή φωνή που ακουγόταν σε όλα τα δω-μάτια, λες κι οι τοίχοι είχαν φωνή:
- Του προέδρου η γυναίκα έχει ξαναπαντρευτεί και ο γιος της ο μεγάλος είναι του παπά παιδί.

Μόλις ακούγανε τη φωνή οι ταξιδιώτες το βάζανε στα πόδια. Στο πανδοχείο δεν σταματούσε πια κανείς.
- Τόσα λεφτά ξοδέψαμε να κάνουμε το καλύτερο πανδοχείο της περιοχής. Γιατί όλοι φεύγουν σαν κυνηγημένοι; απόρησε ο πρόεδρος.
- Τζάμπα τα λεφτά που δώσαμε! είπε ο παπάς, κι έπεσαν και οι δύο του θανατά.

Ο καιρός πέρασε κι έφτασε ο χειμώνας. Βάλανε οι χωριανοί να κάψουνε τα ξύλα για να ζεσταθούν. Όταν τα ξύλα άρχισαν να καίγονται, μια δυνατή φωνή ακούστηκε να λέει:
- Του προέδρου η γυναίκα έχει ξαναπαντρευτεί και ο γιος του ο μεγάλος είναι του παπά παιδί. Του αστυνόμου η αδερφή κλέβει σύκα απ’ την αυλή του και του ψάλτη ο πεθερός βάφει χρόνια το μαλλί του. Η γιαγιά της κυρα-Λένης πρόδωσε στην κατοχή τον παππού του γείτονα της και τον πήγαν φυλακή. Όσο πιο πολλά ξύλα έκαιγαν τόσο περισσότερα χρόνια κρυμμένα μυστικά έβγαιναν στη φόρα.

- Του εμπόρου το εγγόνι έκλεψε ένα μαύρο γίδι και ο έμπορος σας κλέβει καθημερινά στο ζύγι.

Όπως καταλαβαίνεται, το χωριό έγινε άνω κάτω. Κάποιοι δεν είχαν μούτρα να βγουν από τα σπίτια τους. Άλλοι δεν μπορούσαν να πιστέψουν στ' αφτιά τους.

Φιλίες χρόνων χάλασαν σε μια στιγμή. Οικογένειες διαλύθηκαν. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες κανείς δεν είχε φάει και δεν είχε κοιμηθεί. Όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί.

Δεν ήξεραν τι πουν και τι να κάνουν. Ο πρόεδρος κι ο παπάς φώναξαν τους χωριανούς.
- Συγχωριανοί, είπε ο πρόεδρος, πρέπει αμέσως να γκρεμίσουμε το πανδοχείο.
- Αφού πρώτα συγχωρήσουμε ο ένας τον άλλο και υποσχεθούμε ότι από δω και πέρα θα είμαστε καλύτεροι άνθρωποι, είπε ο παπάς.

Συμφώνησαν όλοι. Έδωσαν τα χέρια κι άρχισαν να γκρεμίζουν το πανδοχείο. Έφτασαν μέχρι τις ρίζες του πλάτανου.

Μια μέρα, ξαφνικά, τι να δουν; Άρχισε να φυτρώνει και να ψηλώνει, να ψηλώνει, να ψηλώνει... Με τον καιρό άπλωσε τα κλαδιά του και έβαλε κάτω από τη σκιά του όλο το χωριό. Καθώς μεγάλωνε, τα μυστικά των ανθρώπων θάβονταν βαθιά στις ρίζες του. Όλοι όμως το ήξεραν πια. Από τότε κανείς δεν τόλμησε να σκεφτεί κακό για τον πλάτανο. Μάλιστα έδωσαν το όνομα του στο χωριό και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Χάρις Μέγα

Από το βιβλίο «Το Παραμύθι (τεύχος 1) του Δ. Αβούρη

Ενημερωθείτε για όλη την επικαιρότητα της Λακωνίας και όχι μόνο μέσα από τη συνεχή ροή του www.lakonikos.gr. Κάνετε like στη σελίδα και γίνετε μέλος στην ομάδα του lakonikos.gr στο Facebook για να μαθαίνετε τα νέα πρώτοι! Με το κύρος και την αξιοπιστία του "Λακωνικού Τύπου", της μοναδικής ημερήσιας εφημερίδας της Λακωνίας με ιστορία 22 και πλέον ετών

newbanner
newbanner2
ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ

Πρόσφατα Νέα

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος