Βαλένθια και Κολωνάκι

Τρίτη, 08 Ιανουάριος 2019 19:19 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Φαίνεται, ότι η 10ετία του ’30, δεν φεύγει απ’ τις θύμησές μου, φίλοι αναγνώστες και μικρό παιδί, βλέπω τις αδελφές μου τα βράδια, καθισμένες δίπλα στο τζάκι, που έφερνε, όπως λέγαμε τότε, μπρος πύρα και πίσω κλαδευτήρα, να διαβάζουν Ντοστογιέφσκι, υπό το φως του λυχναριού. Ήτανε η εποχή που, στην επάνω χώρα του χωριού μου «Βαλένθια» και εκπροσωπούσε εκείνο τον καιρό, πριν το 40 τους Δημοκρατικούς και Αριστερούς της Ισπανίας, που πολεμούσαν ενάντια στο φασισμό του Φράνκο. Στην επάνω χώρα «Βαλένθια» της Τρύπης, ήτανε περισσότερο πολιτικοποιημένοι και κυκλοφορούσαν εύκολα τα πολιτικά νέα ρεύματα, λόγω πιάτσας, που έρχονταν από το εξωτερικό και εσωτερικό της χώρας μας. Όλων η προσοχή ήταν στραμμένη προς τον εμφύλιο εκείνο και οι τότε δυνάμεις της Ευρώπης, Αμερικής, Ρωσίας και Άξονα, έστελναν βοήθεια, έκαστος σ’ εκείνο το σύστημα που αγαπούσε για την Ισπανία και τη χώρα του, να υφίσταται.
Ο εμφύλιος αυτός κράτησε τρία χρόνια περίπου 1936-1939 και ο Φράνκο βομβάρδιζε πολλές πόλεις, με αεροπλάνα του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Αυτά έχουν οι εμφύλιοι, ισοπέδωσε με τους βομβαρδισμούς την πόλη των Βάσκων Γκουέρνικα και ο Ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο, φιλοτέχνησε τον ομώνυμο πίνακά του και έγινε γνωστός σ’ όλον τον ελεύθερο κόσμο. Οι Δημοκρατικοί και αριστεροί, έβαλαν στο στόχαστρό τους, κυρίως τους πλούσιους, μοναστήρια, εκκλησίες, επισκόπους, μοναχούς και ιερείς. Αφαίρεσαν περιουσίες και γη από πλούσιους γαιοκτήμονες. Οι απώλειες εκατέρωθεν σε πλούτο και ζωές ήσανε μεγάλες. Αγάπησαν πολύ, όπως φαίνεται κι αυτοί τη χώρα τους, όπως αγαπάμε κι εμείς, ενίοτε την δική μας και τα δίνουμε όλα, προκειμένου να καταστρέψουμε με τις έριδές μας, ότι ανήκει στον άλλονα.
Σ’ εμάς, την κάτω χώρα, έδωσαν το όνομα Κολωνάκι. Είχαμε τους κήπους μας και τους μπαξέδες μας, γιατί περνούσε εύκολα κάτω απ’ τ’ αυλάκι το νερό του Καρσασαρά και τα ποτίζαμε, μία φορά την εβδομάδα. Η οικογένειά μας, είχε δικαίωμα 8 ώρες νερού για το ένα περιβόλι και 6 ώρες νερού για το άλλο. Φύτεψε ο πατέρας πολλά δέντρα για τα φρούτα τους να τρώμε και να πουλάμε. Είχε πολλά στόματα πλέον να θρέψει αλλά και εργάτες γείτονες. Έτρεφε και ζώα αρκετά για τις ανάγκες μας.
Στα περιβόλια μας, εκτός των άλλων, είχαμε και κερασιές, για να τρώμε, αλλά και να πουλάμε. Ερχότανε ο έμπορος επί τόπου και τα έπαιρνε. Δύο άλλοι γείτονες, μεγαλύτεροι από εμένα, όπως μου έλεγαν αργότερα, ανέβαιναν τη νύχτα κρυφά στις κερασιές κι’ έτρωγαν όσα ήθελαν. Μια νύχτα με φεγγάρι, πήγε ο πατέρας προς τις κερασιές να ποτίσει τον γάιδαρο. Καθυστέρησε όμως και δεν έφυγε γρήγορα και ο ένας, ο ψευδός, ψιθύρισε στον άλλονε: Αρχιμήδη χέ-χέ-χέστηκα απ’ τα πολλά κεράσια, τί να κάνω; Κρατήσου ρε Χαρίλαε, δεν βλέπεις ο μπάρμπα-Γιώργης είναι ακόμα κάτω! Και άλλοι γείτονες, μου έλεγαν, ότι πηδούσαν το φράχτι, εκείνον τον καιρό της φτώχειας, για άλλα προϊόντα. Τότε ήτανε πολύς κόσμος στα χωριά και λίγα τα προϊόντα. Όταν υπάρχει παραγωγή όμως, φίλοι μου αναγνώστες, υπάρχει για όλους μας τροφή, έστω και παράνομη.
Ακόμα κι’ εγώ, τώρα στα γεράματα που περπατώ στη γειτονική μου Μαγούλα, λαχταρώ πολλές φορές να κόψω ένα-δυο πορτοκάλια, που εξέχουν απ’ το φράχτι. Κρατώ και μαχαιράκι προς τούτο. Με βλέπει μια μέρα ο ιδιοκτήτης να τσεπώνω μερικά και δικαιολογήθηκα, ότι βάζω βάρη στην τσέπη μου, έτσι για άσκηση, μου το συνέστησε ο γιατρός μου, όταν περπατώ. Έκτοτε όταν περνώ και με βλέπει, ο φίλος μου πλέον παραγωγός της Μαγούλας, μου γεμίζει τις τσέπες μου απ’ αυτά. Έχω εκτεθεί και τα παίρνω και καμπουριάζω, ώσπου να φθάσω στο σπίτι μου. Γέρνω όπως τον Καμπούρη του Ριχάρδου, τον άνθρωπο που μετέφερε, όπως ελέγετο, πλάκες χρυσού, βέβαια, κρεμασμένες μέσα στο σώμα του.
Επανέρχομαι στα παλιά και στη γειτονιά έχουν εμφανισθεί γραμμόφωνα με το χωνί, που στις γιορτές τα μεγάλα παιδιά, μαζεύονται και χορεύουνε κι εκείνο το αγκαλιαστό. Τις δικές μας τις συνόδευε ο μεγάλος μας αδελφός. Ο πατέρας δεν συμφωνούσε φαίνεται μ’ αυτές τις εκδηλώσεις και στο σπίτι μας δεν είχαμε βάλει ποτέ τέτοιο εργαλείο. Θυμάμαι τις ταινίες που γυρίστηκαν την 10ετία του ’50 και του ’60, με τα πάρτι, που και τότε, οι πατεράδες κυρίως, διαφωνούσαν με τις κόρες τους. Δεν ξεχνάμε το δίκαννο του Θόδωρου «Φωτόπουλου» που χρησιμοποιούσε για εκφοβισμό, μήπως η κόρη του πέσει σε χέρια νερού χωρίς αρχές και ηθική, στα πάρτι.
Ίσως αυτό φοβήθηκε και ο πατέρας και βιάστηκε να παντρέψει τη μεγάλη μας Ελένη 16 χρονών, με εργατικό παιδί απ’ τη Βαλένθια, ήλθανε σε γάμο κοινωνία, χωρίς εκ των προτέρων να έχουν μεταξύ τους κάποια επικοινωνία, παρά απλά νεαρός απ’ τη Βαλένθια πήρε Κολωνακιώτισσα, επειδή το ήθελε και η γιαγιά που έμενε κοντά το νεαρό, όπως με πληροφόρησε αυτές τις μέρες η δεύτερη στη σειρά αδελφή μου 95 χρονών Ευτυχία, η μόνη που ζει απ’ τα αδέλφια μου στη χώρα Μεσσηνίας, χήρα πλέον γυναίκα.
Επίσης μου υπενθύμισε, στα δύο λεπτά επικοινωνίας που έχω κάθε φορά, γιατί κουράζεται, ότι και η ίδια αρραβωνιάστηκε παρά τη θέλησή της, γύρω στο ’50 και την ίδια ημέρα, διάλυσε τον αρραβώνα αφού είχε προηγηθεί το σχετικό γεύμα, κάτω απ’ την κληματαριά στο «Κολωνάκι» της Τρύπης. Ήτανε η εποχή που προσπαθούσαμε να συμμαζέψουμε ότι είχε απομείνει από την Κατοχή και τον εμφύλιο αργότερα, σε έμψυχο και άψυχο υλικό στην οικογένεια και ότι γινότανε εκείνη την εποχή γινότανε στο ποδάρι. Έκανε τρεις γάμους αργότερα με περιπέτειες και τώρα διαμένει στη Χώρα στο σπίτι του τελευταίου αντρός της. Θέλω να προσθέσω ότι οι αδελφές μου, ήσανε οι πρώτες, που κινήθηκαν ενάντια στη θέληση του πατέρα στο χωριό, αλλά και ο ίδιος κάθε φορά το παραδεχότανε ότι έσφαλε και το θέμα τελείωνε εκεί. Θα επαναλάβω, ότι εφ’ όσον φίλοι αναγνώστες το επιθυμείτε και η εφημερίδα το επιτρέπει, θα συνεχίσω να περιγράφω ότι ενθυμούμαι από την 10ετία του ’40, που θα έχουν περισσότερο ενδιαφέρον και αμερόληπτα, όσο δύναμαι. Σήμερα Κυριακή, 6/1/2019, ημέρα των Φώτων. Εύχομαι όλοι μας να φωτιστούμε και να βαδίσουμε ένα ευτυχέστερο 2019.

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα