Η Αγία Βασιλική

Επίκαιρο διήγημα, βασισμένο σε πραγματικό γεγονός

Τετάρτη, 01 Αύγουστος 2018 20:56 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Η κυρά – Βασιλική με το ζόρι προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Το Π δεν βοηθούσε πολύ. Έπρεπε όμως να μαγειρέψει κουτσά – στραβά, να βάλει κάτι στο στόμα της. Από το πρωί είχε απορροφηθεί από τη μαυρίλα που έδειχνε η τηλεόραση.
Φωτιές παντού, καμένα δέντρα, καμένα σπίτια, καμένοι άνθρωποι, όλα καμένα! Κάθε λίγο ο αριθμός των νεκρών αυξανόταν. Η φωτιά στο πέρασμά της δεν είχε αφήσει τίποτα όρθιο. Οι διασώστες και οι πυροσβέστες έδιναν τιτάνιο αγώνα να περισώσουν ότι μπορούσε να σωθεί, αλλά το μόνο που συναντούσαν ήταν πτώματα ανθρώπων και κουφάρια ζώων.
Φριχτές εικόνες. ο Αρμαγεδόνας αυτός ήταν ο χειρότερος απ’ όσους είχε γνωρίσει η Ελλάδα. Οι παρουσιαστές της τηλεόρασης έκαναν συνεχώς εκκλήσεις για αίμα. Στην εντατική αρκετοί χαροπάλευαν με καμένο κορμί. Η κυρά – Βασιλική σταυροκοπιόταν συνέχεια:
«Παναγία μου, κάνε το θαύμα σου, κάνε να σωθούν οι άνθρωποι!».
Όμως θαύματα δεν γίνονται τον εικοστό πρώτο αιώνα, αλλά και πότε γίνονταν; Να μόλις τώρα ανακοίνωσαν πως βρήκαν είκοσι έξι απανθρακωμένα πτώματα σ’ ένα περιφραγμένο οικόπεδο. Η φωτιά τους είχε περικυκλώσει. Αγκαλιάστηκαν όλοι και κάηκαν σαν ένας άνθρωπος. Η γερόντισσα δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά της:
«Μακάρι να είχα ταξιδέψει για τον άλλο κόσμο, παρά αυτό που είδαν τα μάτια μου!», μονολόγησε.
Είχε περάσει τα ογδόντα, όμως δεν το κατάρριχνε. Προσπαθούσε να ζήσει με αξιοπρέπεια, όσα χρόνια της απόμεναν, χωρίς να γίνεται βάρος κανενός. Δεν είχε δεχτεί ν’ αφήσει την περιουσία της στην εκκλησία, με αντάλλαγμα μια θέση στο γηροκομείο, όσο κι αν ο αρχιμανδρίτης Δωρόθεος επέμενε γι’ αυτό, επισκεπτόμενος συχνά το σπίτι της γεμάτος δώρα και χαμόγελα.
Ήταν σπλαγχνικιά. Από τη σύνταξη που έπαιρνε, το μοναδικό της εισόδημα δηλαδή, βοηθούσε όσο μπορούσε τους ανήμπορους και πεινασμένους. Έτσι είχε προσφέρει πολλές φορές ένα πιάτο φαγητό στον Μπάμπη, που τον είχε πετύχει να ψαχουλεύει στους κάδους σκουπιδιών.
«Το ένα πιάτο μπορεί να γίνει δύο», τόνιζε.
Είχε αγοράσει ρουχαλάκια στο προσφυγόπουλο από τη Συρία, ακόμα είχε πληρώσει τη ΔΕΗ της Αλέκας, της γειτόνισσας, για να μην της κόψουν το ρεύμα και παγώσουν τα παιδάκια της. Κάθε φορά που βοηθούσε, από το υστέρημά της βέβαια, μονολογούσε:
«Για την ψυχή του άντρα μου και των παιδιών μου»
Μήπως από φωτιά δεν πήγαν ο παππούς κι η γιαγιά της στη Σμύρνη; Γλύτωσε μόνο το Φροσάκι, η μητέρα της, που την άρπαξε ένας γείτονας από την αυλή του φλεγόμενου σπιτιού τους, και κατάφερε να την οδηγήσει στην παραλία. Εκεί έπεσαν στη θάλασσα. Τους μάζεψε μια βάρκα, και πλησίασαν ένα Γαλλικό πλοίο, με σκοπό να επιβιβαστούν σ’ αυτό.
Όμως οι Γάλλοι ναύτες τους χτυπούσαν με κουπιά στα χέρια. Τόση σκληρότητα από ανθρώπους δεν είχε συναντήσει, της είχε πει η μητέρα της, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν είχε μισήσει τη Γαλλία και τους Γάλλους. Θεωρούσε αδιανόητο να μισήσει ένα λαό, για την απάνθρωπη συμπεριφορά κάποιων ναυτών, που εκτελούσαν διαταγές στο κάτω – κάτω, ή για την άδικη απόφαση που πήρε κάποτε η κυβέρνησή τους.
«Όλοι κάνουν λάθη, δεν πειράζει, άνθρωποι είναι, δεν πρέπει να τους μισούμε, γιατί θα καταντήσουμε χειρότεροί τους», της έλεγε η Φρόσω, κι η Βασιλική το έβρισκε σωστό.
Για καλή τους τύχη τους περισυνέλεξε ένα ψαράδικο, και τους άδειασε στη Χίο.
«Ήμασταν σαν αδειανά σακιά. Άδειοι άνθρωποι, άδειες κι οι ψυχές μας, κι όμως καταφέραμε κι επιβιώσαμε», έλεγε η μητέρα της.
Είδε πως το πρήξιμο των ποδιών της είχε προχωρήσει. Από χτες που ανέβηκε στο σκαμνί να φτάσει τις χυλοπίτες, μανία κι αυτή που είχε η ξαδέρφη της, η Γιώτα, να τοποθετεί τα πράγματα στα πιο ψηλά ράφια, κι είχε πέσει, δεν είχε δώσει σημασία. Νύχτα ήταν, πέρασε. Ήπιε το ηρεμιστικό της, και κατάφερε να κοιμηθεί.
Σήμερα όμως τα πράγματα ήταν άσχημα. Το χτύπημα δεν ήταν αμελητέο, αλλά φαίνεται πως της είχε κάνει ζημιά. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο σπίτι. Έπρεπε το συντομότερο να πάει στο νοσοκομείο. Θα έβρισκε όμως γιατρούς να την εξυπηρετήσουν; Οι άνθρωποι αυτοί πάλευαν με νύχια και με δόντια να σώσουν τους τραυματίες, που κατέφταναν κατά δεκάδες, άλλος με καμένο κορμί, άλλος με αναπνευστικά προβλήματα, άλλος με σπασμένα άκρα, και πάει λέγοντας.
Ποιος όμως να την πάει; Η Γιώτα είχε πεταχτεί στην Καλαμάτα να δει τους δικούς της, όχι δηλαδή ότι της πρόσφερε πολλά, αλλά το ότι ερχόταν δυο φορές την εβδομάδα και τη βοηθούσε να συγυρίσουν το σπίτι, δεν ήταν λίγο.
Άλλους συγγενείς δεν είχε. Ο Λευτέρης, ο άντρας της, είχε πετάξει για τους ουρανούς πριν σαράντα χρόνια, νικημένος από τον καρκίνο. Η Ελένη, η κόρη της, ερχόταν από την Ιταλία οδικώς με τον Λουίτζι, τον άντρα της, αλλά ένα φορτηγό δεν τους άφησε να φτάσουν ζωντανοί. Κακώς του κακού! Κι έτσι είχε μείνει ολομόναχη η Βασιλική στον κόσμο.
Έπιασε την ατζέντα και κάλεσε ταξί. Κατέβηκε αργά – αργά από τον δεύτερο. Ο ταξιτζής δυσφόρησε:
«Μια ώρα μ’ έχεις και περιμένω, κυρά μου!»
Η Βασιλική προσπάθησε να βολευτεί όπως μπορούσε, αλλά ο πόνος γινόταν αβάσταχτος. Έφτασαν αμέσως στον Ευαγγελισμό, γιατί δεν υπήρχε κίνηση στους δρόμους. Ο ταξιτζής άνοιξε την πόρτα, άφησε μπροστά της το Π, κι είπεστη βιαστική φοιτήτρια που τον ρώτησε: «Για Κηφισό, στον υπεραστικό σταθμό;», να μπει μέσα.
Τα ροζιασμένα χέρια της Βασιλικής προσπαθούσαν να κρατηθούν από το χερούλι της πόρτας, για να βγει έξω. Δύσκολη περίπτωση. Τα πρησμένα πόδια δεν βοηθούσαν καθόλου. Τότε έκανε την εμφάνισή του ο Νίκος, φοιτητής πληροφορικής, που περνούσε τυχαία από εκεί. Είδε τα γεροντικά της χέρια να παλεύουν να βγουν, τον ταξιτζή να μη δίνει δεκάρα, κι έσπευσε:
«Μπορώ να σας βοηθήσω;», τη ρώτησε, καθώς είχε πιάσει ήδη τα αδύναμα χέρια που έτρεμαν.
«Να είσαι καλά, γιε μου», του είπε, χαρίζοντάς του το πιο γλυκό της χαμόγελο.
Προχωρούσε πολύ – πολύ αργά, πιο αργά κι από τη χελώνα, όμως αυτό δεν έδειχνε να πειράζει τον Νίκο που την ακολουθούσε. Την βοήθησε να δώσει πληροφορίες στην είσοδο. Από εκεί την έστειλαν στα επείγοντα. Ο Νίκος έψαξε για αναπηρικό καροτσάκι, αλλά το μάτι του δεν συνάντησε κανένα. Στα επείγοντα η αδελφή άρχισε τις ερωτήσεις:
«Τι έχεις γιαγιά;»
«Έπεσα, παιδάκι μου, χτες, και πρέπει να έχω σπάσει το γοφό μου»
«Κι έρχεσαι τώρα; Πονάς πολύ;»
«Τα πόδια μου πρήστηκαν, γι’ αυτό ήρθα. Όσο για τον πόνο, τον έχω παντρευτεί»
«Ποιος σε συνοδεύει;»
«Κανείς!»
«Και γιατί δεν κάλεσες ασθενοφόρο;»
Η Βασιλική τότε την κοίταξε στα μάτια:
«Τούτες τις ώρες, κόρη μου, τα ασθενοφόρα χρειάζονται αλλού. Άνθρωποι καίγονται, πεθαίνουν αβοήθητοι, εμένα θα κοιτάξουν; Να με συμπαθάς, αλλά πονάω, αλλιώς δεν θα ερχόμουν!»
Ο Νίκος δεν μπορούσε να βγάλει μιλιά. Είχε μείνει ενεός. Με τα μάτια της ψυχής του έβλεπε ένα φωτοστέφανο να της στεφανώνει την μορφή, ίδιο εικόνισμα, κρεμασμένο σε τοίχο εκκλησιάς!

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Η ΔΙΚΗ ΣΑΣ ΕΙΔΗΣΗ

Στείλτε μας τα δικά σας νέα, φωτογραφίες, σχόλια, σκέψεις, παρατηρήσεις και δείτε τα δημοσιευμένα στο lakonikos.gr και στην ημερήσια εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διεύθυνση e-mail(*)
Μη έγκυρη διεύθυνση e-mail

Περιγραφή(*)
Συμπληρώστε μια περιγραφή για την είδηση σας

Φωτογραφία

Κωδικός Ασφαλείας(*)
Κωδικός Ασφαλείας
Ο κωδικός ασφαλείας είναι λάθος